Touch of Evil (1958)




Ελληνικός τίτλος: Το Άγγιγμα του Κακού
Κατηγορία:  Έγκλημα, Νουάρ, Θρίλερ
Σκηνοθεσία: Orson Welles
Σενάριο: Whit Masterson (Μυθιστόρημα), Orson Welles, Paul Monash (Προσαρμογή Σεναρίου)
Πρωταγωνιστούν: Charlton Heston, Janet Leigh, Orson Welles, Joseph Calleia, Akim Tamiroff, Joanna Moore, Ray Collins, Marlene Dietrich
Μουσική: Henry Mancini
Φωτογραφία: Russell Metty
Μοντάζ: Aaron Stell, Virgil Vogel, Edward Curtiss, Walter Murch (1998 re-edit)
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 95min / 108min (1975 alternate version) / 135min (1998 director's cut)


Πρόκειται για την πέμπτη και τελευταία αμερικάνικη ταινία του Orson Welles και είναι η μεταφορά στην μεγάλη οθόνη ενός μυθιστορήματος με τίτλο “Βadge of Εvil” του Whit Masterson, που έγραψε το 1956. Την σεναριακή προσαρμογή έκανε ο Paul Monash. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις του Welles στο σενάριο ήταν τόσες πολλές και ανατρεπτικές, που τελικά μετά βίας πιστώνεται η προσαρμογή του σεναρίου στον Monash.
Ο Μάικ Βάργκας (Charlton Heston) είναι ένας διακεκριμένος Μεξικάνος αστυνομικός, που υπηρετεί στο τμήμα δίωξης ναρκωτικών. Παντρεύεται τη Σούζαν, μία γοητευτική Αμερικανίδα (Janet Leigh) και αποφασίζουν να περάσουν το μήνα του μέλιτος στην πόλη Los Robles, που βρίσκεται στο Μεξικό, ακριβώς δίπλα στα σύνορα με τις ΗΠΑ.
Η ηρεμία τους όμως διακόπτεται απότομα όταν, δολοφονείται με βόμβα που τοποθετήθηκε στο αυτοκίνητο του, ο αρχιμαφιόζος της πόλης. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο αμερικάνος αστυνομικός Χανκ Κουίνλαν (Orson Welles). Ο Κουίνλαν είναι διαβόητος και φημίζεται για το γεγονός ότι εξιχνιάζει όλες τις υποθέσεις, αλλά χωρίς να φαίνεται, αν και κατά πόσο, τις χειρίζεται πάντα με καθαρό τρόπο.
Επειδή όλα συμβαίνουν στα σύνορα, αλλά κυρίως σε μεξικάνικο έδαφος, ο Βάργκας επιστρατεύεται στην υπόθεση. Ο Κουίνλαν αγανακτά γρήγορα βλέποντας πως θα έχει τον επίμονο Βάργκας μέσα στα πόδια του και «μαγειρεύει» τα πειστήρια, για να βρει ένα ένοχο και να κλείσει την υπόθεση. Για να πετύχει το στόχο του, ο Κουίνλαν συνεργάζεται με έναν δευτεροκλασάτο μαφιόζο, τον Τζο Γκράντι (Akim Tamiroff), ο οποίος θέλει να τρομοκρατήσει τον Βάρκγας, που είναι ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του αδελφού του, σπιλώνοντας τη τιμή της συζύγου του Σούζαν…


Από άποψη σκηνοθεσίας η ταινία είναι άψογη. Η εναρκτήρια σκηνή, το ενιαίο, τρίλεπτο πλάνο-σεκάνς, είναι ίσως το τεχνικά αρτιότερο και αισθητικά απολαυστικότερο της ιστορίας του κινηματογράφου. «Μία σκιά πετάγεται μέσα από το σκοτάδι της νύχτας και πλησιάζει με βιαστικές κινήσεις ένα σταθμευμένο αμάξι. Τοποθετεί κάτι στον χώρο αποσκευών και γρήγορα χάνεται και πάλι στα στενά δρομάκια. Η κάμερα αρχίζει να ανυψώνεται, μέχρι να προσδιορίσει τη θέση του αυτοκινήτου στο χώρο. Ένα ζευγάρι εισέρχεται στο πλάνο και μπαίνει στο αμάξι. Την ίδια στιγμή, η κάμερα, πάντα από ψηλά και πάντα με το βλέμμα στραμμένο στο όχημα, οπισθοχωρεί καθώς αυτό ξεκινά την πορεία του. Τα στενά δρομάκια, οι πινακίδες από νέον, οι στέγες των φτηνών ξενοδοχείων, οι βρώμικοι τοίχοι, η βρεγμένη άσφαλτος, οι ύποπτοι περαστικοί, μοιάζουν σαν στοιχειά σε αυτή την ανήλια, σκονισμένη πόλη. Η κάμερα πετά τώρα πιο κοντά στα πρόσωπα των συνεπιβατών, ενός ώριμου κυρίου και της νεαρής συντροφιάς του, και σχεδόν αμέσως τους εγκαταλείπει για να στρέψει την προσοχή της σε ένα από τα πολλά ζευγάρια που περνούν. Το αυτοκίνητο έχει πια απομακρυνθεί, και το μόνο που απομένει στο πλάνο, είναι η φωνή της συνοδηγού, που παραπονιέται ότι ακούει έναν επίμονο, ενοχλητικό θόρυβο ρολογιού. Καθώς ο φακός παρατηρεί με περιέργεια τα πρόσωπα του νέου ζευγαριού, ο εκκωφαντικός ήχος της έκρηξης καλύπτει τα πάντα.» Πρόκειται για ένα αρηστουργηματικό μονοπλάνο, που διδάσκεται μέχρι και σήμερα σε όλα τα πανεπιστήμια και τις σχολές κινηματογράφου, ως σκηνή ιστορικής σημασίας και καινοφανούς τεχνικής. 
Ο τρόπος μετακίνησης της κάμερας που βρίσκεται πάνω σε ένα γερανό και απογειώνεται από το έδαφος, κατεβαίνει, υψώνεται ξανά και συνεχίζει αυτές τις μεταβολές της κίνησης της, ενώ ταυτόχρονα, παραμένει «προσηλωμένη», να παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές, υπήρξε θέμα αντιγραφής για πολλούς μετέπειτα σκηνοθέτες.


Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών είναι εξαιρετικές και είναι ένας ακόμη λόγος που κάνει την ταινία αριστούργημα. Ο Orson Welles στο ρόλο του διεφθαρμένου, μεσήλικα αστυνομικού, που παγιδεύει τους υπόπτους με ψεύτικα στοιχεία, δίνει σάρκα και οστά σε μία ψυχή χαμένη στα σκοτεινά και στα δαιδαλώδη μονοπάτια της διαφθοράς και της διαστροφής. Το ζευγάρι Charlton Heston - Janet Leigh, καταφέρνουν να αποτυπώσουν με εξαιρετική επιτυχία τις εσωτερικές συγκρούσεις δύο ανθρώπων αδύναμων να «αγγίξουν» ο ένας τον άλλον. Η Marlene Dietrich, σε ηλικία 60 ετών, παγιδεύει το κοινό με μία γοητεία, στην κυριολεξία αφοπλιστική.
Η εξαιρετική μουσική επένδυση είναι του Henry Mancini, και έκπληξη δημιουργεί το γεγονός ότι η μουσική που ακούγεται στο φιλμ προέρχεται πάντα από πηγές (ραδιόφωνα, τζουκ-μποξ, πιανόλα κλπ) που βρίσκονται εντός του πλάνου και συμμετέχουν στη ταινία. Ο Welles ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτό τον τρόπο εισαγωγής της μουσικής υπόκρουσης. Ήταν επίσης ένας από τους πρώτους που αναγνώρισαν το ταλέντο του Mancini. 
Η φωτογραφία του Russel Metty εντυπωσιάζει ενώ οι σκιές των ηθοποιών πραγματικά συμμετέχουν στην ταινία και λαμβάνουν ενεργά μέρος στη σύνθεση των ανεπανάληπτων εικόνων, ολοκληρώνοντας έτσι το αριστούργημα.



Η ταινία γυρίστηκε μέσα σε έξι εβδομάδες, δηλαδή σε χρόνο ρεκόρ, με κόστος μόλις 895.000 δολάρια. Τα γυρίσματα γίνονταν μόνο βράδυ, γιατί ο Welles σιχαινόταν να ανακατεύονται στα πόδια του οι υπεύθυνοι της παραγωγής και έκανε ότι μπορούσε για να τους αποφεύγει.
Για πρακτικούς λόγους τα γυρίσματα έγιναν στην πόλη Venice της Καλιφόρνια, που πείθει ότι πρόκειται για την μεξικάνικη Los Robles, στην οποία υποτίθεται ότι διαδραματίζεται η ιστορία.
Η πρεμιέρα της έγινε στις 21 Μαΐου του 1958, σημειώνοντας εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία.
Υπάρχουν δύο κόπιες της ταινίας. Μία που έχει διάρκεια 95 λεπτά και μία 135 λεπτών. Παρά το ότι οι παραγωγοί ήταν σχετικά ευχαριστημένοι με την μεγάλη ταχύτητα των γυρισμάτων και τον περιορισμένο προϋπολογισμό του έργου, απογοητεύτηκαν με το πρώτο μοντάζ και απέλυσαν τον Welles, πριν ολοκληρωθεί η φάση του post-production. Στη θέση του προσλήφθηκε ο Harry Keller. Ο Keller γύρισε μερικές επιπλέον σκηνές και έκανε το τελικό μοντάζ των 95 λεπτών. Ωστόσο, ο Welles έγραψε μία επιστολή με οδηγίες, σχετικά με το πώς θα επιθυμούσε τελικά να μονταριστεί η ταινία. Η επιστολή αυτή απευθυνόταν στους υπεύθυνους της Universal, και «διασώθηκε» από τον Charlton Heston. Το 1998, την ανακάλυψε ο Rick Schmidlin, που ακολουθώντας τις υποδείξεις που περιείχε, κατέληξε στο μοντάζ των 135 λεπτών.
Σήμερα η ταινία θεωρείται κλασική και περιλαμβάνεται σε αρκετές λίστες με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Το 1993, επιλέχτηκε για συντήρηση από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, ως «πολιτιστικά, ιστορικά, και αισθητικά σημαντική ταινία».


 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση