The Third Man (1949)



Ελληνικός Τίτλος: Ο Τρίτος Άνθρωπος
Κατηγορία: Νουάρ, Μυστηρίου, Θρίλερ
Σκηνοθεσία: Carol Reed
Σενάριο: Graham Greene
Πρωταγωνιστούν: Joseph Cotten, Orson Welles, Αlida Valli, Trevor Howard
Μουσική: Anton Karas
Φωτογραφία: Robert Krasker
Μοντάζ: Oswald Hafenrichter
Χώρα Παραγωγής: Μεγάλη Βρετανία - ΗΠΑ
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 104 min


Ένας ξεπεσμένος και απένταρος συγγραφέας λαϊκών μυθιστορημάτων, ο Χόλι Μάρτινς (Joseph Cotten), καταφτάνει στην Βιέννη λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από πρόσκληση ενός παλιού του φίλου, του Χάρι Λάιμ (Orson Welles) προκειμένου να συνεργαστούν σε μια δουλειά.
Η πόλη μισοκατεστραμμένη και φτωχή, έχει διαιρεθεί σε ζώνες από τους θριαμβευτές Συμμάχους. Άγγλοι, Γάλλοι, Αμερικανοί και Σοβιετικοί, ελέγχει ο καθένας τους και από ένα κομμάτι της, ενώ ανθίζει κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα.
Δυστυχώς όμως για τον Χόλι, η εξέλιξη δεν είναι η αναμενόμενη καθώς την ίδια κιόλας μέρα της άφιξης  του στην πόλη, πληροφορείται πως ο φίλος του σκοτώθηκε πρόσφατα σε ένα τροχαίο.
Και ενώ είναι έτοιμος να φύγει πάλι πίσω στην Αμερική, η βιασύνη του Άγγλου αστυνομικού επιθεωρητή Calloway (Trevor Howard) να τον διώξει, αφού πρώτα τον ενημερώνει πως ο νεκρός φίλος του ήταν εγκληματίας, τον ωθεί στο να ερευνήσει αν ο θάνατος του Χάρι ήταν στ’ αλήθεια ατύχημα η φόνος.
Στην προσπάθειά του αυτή θα γνωρίσει την Άννα (Alida Valli) μια όμορφη κυρία που είχε δεσμό με τον φίλο του και δύο άλλους άνδρες που ήταν μάρτυρες στο ατύχημα.
Το μυστήριο όμως μεγαλώνει συνεχώς, καθώς φαίνεται ότι στον τόπο του ατυχήματος εκτός από αυτούς τους δύο άνδρες, υπήρχε και ένας τρίτος άνθρωπος, που ίσως είχε ρόλο κλειδί στον περίεργο ατύχημα...


Μια πολυβραβευμένη αριστουργηματική ταινία, βασισμένη στο κλασσικό μυθιστόρημα του Graham Greene, ο οποίος επιμελήθηκε και το σενάριο.
Ένα θαυμάσιο μίγμα πολιτικού θρίλερ, ρομάντζου και μυστηρίου. Το εξπρεσιονιστικό κλίμα και η αριστοτεχνική σκηνοθεσία την κατατάσσουν στις σπουδαιότερες του είδους της.
Η σκηνοθεσία του Carol Reed είναι ατμοσφαιρική , με ρυθμό και σωστές δόσεις σασπένς. Ακροβατεί με επιτυχία ανάμεσα στο καθαρόαιμο νουάρ, στο θρίλερ και στο κοινωνικοπολιτικό μελόδραμα. Ευρηματική και παράτολμη, δημιουργεί ένα τελείως πρωτοποριακό και αξεπέραστο οπτικό στυλ. Πολλά πλάνα της ταινίας είναι υπό κλίση και παρμένα από λοξή γωνία. Ευρυγώνιοι φακοί παραμορφώνουν τα πρόσωπα και τα τοπία και ο παράξενος φωτισμός μετατρέπει την πόλη σε έναν εξπρεσιονιστικό εφιάλτη, εκφράζοντας έτσι την παράνοια, τον παραλογισμό και το κλίμα ανασφάλειας και φόβου, που επικρατούσε όχι μόνο στην Βιέννη, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, την πρώτη περίοδο μετά τον Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου.
Όλα τα γυρίσματα έγιναν σε πραγματικές τοποθεσίες της Βιέννης και όχι μέσα σε κάποιο στούντιο. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την παραδειγματική αξιοποίηση των φυσικών ντεκόρ, προσέδωσε μεγάλη πιστότητα και ρεαλισμό στην εικόνα.
Στην καταπληκτική ατμόσφαιρα της ταινίας συμβάλλει και η εξαιρετική δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Robert Krasker, που δημιουργεί όλο αυτό το σκοτεινό και ύποπτο τοπίο της Βιέννης.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έκανε την ταινία να ξεχωρίζει είναι και η πολύ ιδιαίτερη μουσική του Αυστριακού Anton Karas. Το κλασσικό θέμα παιγμένο με το τοπικό έγχορδο zither (μουσικό όργανο προερχόμενο από την αρχαία ελληνική κιθάρα) έχει υποστεί άπειρες διασκευές ακόμα και από συγκροτήματα όπως οι Beatles, οι The Band και οι Shadows. Η επιτυχία του soundtrack ήταν τόσο μεγάλη που το single του θέματος πούλησε μόνο στην Αγγλία μισό εκατομμύριο αντίτυπα στον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του.


Οι ερμηνείες είναι και αυτές θαυμάσιες. Ο Joseph Cotton υποδύεται με πειθώ τον αφελή Αμερικανό Μάρτινς, η Ιταλίδα Αlida Valli είναι πανέμορφη και ερμηνεύει με έντονο συναίσθημα την Άννα, ο Trevor Howard αποδεικνύεται ο πιο κατάλληλος για τον ρόλο του απαθή τυπικού Άγγλου στρατιωτικού που περιφέρεται συνεχώς με το μπερέ και το μοντγκόμερι, σαν να είναι στη μέση του πολέμου και βέβαια ο Orson Welles μοναδικός στον μικρό αλλά καθοριστικό ρόλο του, καταφέρνει και επισκιάζει σχεδόν όλους τους υπόλοιπους συντελεστές.
Η κορυφαία στιγμή της ταινίας είναι αναμφίβολα η συνάντηση των δύο παλαιών φίλων στο λούνα παρκ και η ειλικρινής συνομιλία τους. Ο κορυφαίος Orson Welles κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση με έναν μυθικό μονόλογο που έγραψε ο ίδιος, αποδίδει το νόημα της ταινίας και το λόγο της εγκληματικά τυχοδιωκτικής συμπεριφοράς του, ένα κορυφαίο σχόλιο για την χαμένη ταυτότητα, την απώλεια και τη φθορά των σχέσεων.
Το ίδιο καταπληκτικό είναι και το αγωνιώδες φινάλε της ταινίας.


Η ταινία εκθειάστηκε από τους κριτικούς από την πρώτη στιγμή, λατρεύτηκε από το κοινό και έγινε κινηματογραφικό πρότυπο.
Τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο του Φεστιβάλ Καννών το 1949, με το βραβείο Καλύτερης Ταινίας από τη Βρετανική Ακαδημία (BAFTA) και με το Όσκαρ Καλύτερης μαυρόασπρης Φωτογραφίας το 1951, ενώ είχε ακόμη δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ: Σκηνοθεσίας και Μοντάζ.
Θεωρείται από το Αγγλικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο (BFI), η κορυφαία Αγγλική ταινία όλων των εποχών αλλά και μία από τις Καλύτερες Αμερικάνικες, λόγω της συμμετοχής στην παραγωγή της του Αμερικανού David O. Selznick.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση