Τα κόκκινα φανάρια (1963)




Αγγλικός Τίτλος: The Red Lanterns
Κατηγορία: Δράμα, Ρομαντική
Σκηνοθεσία: Βασίλης Γεωργιάδης
Σενάριο: Αλέκος Γαλανός
Πρωταγωνιστούν: Τζένη Καρέζη, Γιώργος Φούντας, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μαίρη Χρονοπούλου, Μάνος Κατράκης, Δέσπω Διαμαντίδου
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Φωτογραφία: Νίκος Γαρδέλης
Μοντάζ: Γεράσιμος Παπαδάτος              
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 132 min


Βρισκόμαστε στον Πειραιά στην κακόφημη περιοχή της Τρούμπας, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Το "Μπαρ της Φρύνης" είναι ένας από τους πολλούς οίκους ανοχής της περιοχής και το διευθύνει η πατρόνα Μαντάμ Παρί (Δέσπω Διαμαντίδου) με την βοήθεια του Μιχαήλου (Γιώργος Φούντας). Εκεί φιλοξενούνται πολλές γυναίκες οι οποίες, η κάθε μια απ’ αυτές έχει και την δική της προσωπική ιστορία.
Η Ελένη (Τζένη Καρέζη) η αποκαλούμενη «πριγκίπισσα», είναι μια από τις γυναίκες που διαμένουν στο σπίτι της Μαντάμ Παρί. Είναι μια κοπέλα από την Ρουμανία που σπούδασε γλυπτική στο Βουκουρέστι, αλλά η λαίλαπα του πολέμου την έφερε ως πρόσφυγα στην Ελλάδα. Η γλυκιά κι ευαίσθητη Ελένη είναι ερωτευμένη με τον Πέτρο (Δημήτρης Παπαμιχαήλ) έναν νεαρό φοιτητή από τον οποίο κρατάει κρυφό το πραγματικό της επάγγελμα και ταυτόχρονα προσπαθεί να αντιμετωπίσει το αρρωστημένο πάθος που έχει γι’ αυτήν ο Μιχαήλος.
Μαζί με την Ελένη, στον ίδιο χώρο, η Μαίρη (Μαίρη Χρονοπούλου) που ερωτεύεται παράφορα έναν νεαρό πελάτη του μπαρ, τον Άγγελο (Φαίδων Γεωργίτσης) ο οποίος μαζί της γνώρισε για πρώτη φορά τον έρωτα.
Η Άννα (Αλεξάνδρα Λαδικού), που κρατάει καλά φυλαγμένο το μεγάλο μυστικό της, την ύπαρξη ενός παιδιού, το οποίο εκείνη σπουδάζει κρυφά. Την Άννα την αγαπάει ο καπετάν Νικόλας (Μάνος Κατράκης), ένας μεσόκοπος ναυτικός, που κάθε φορά που το καράβι του πιάνει λιμάνι στον Πειραιά την επισκέπτεται στο σπίτι της Μαντάμ Παρί.
Η Μαρίνα (Κατερίνα Χέλμη), είναι άκρως εξαρτημένη και τρελά ερωτευμένη με τον προστάτη της (Κώστας Κούρτης) και καθημερινά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στο βούρκο της πορνείας.
Η Μυρσίνη (Ελένη Ανουσάκη), είναι η πιο μικρή και νεοφώτιστη πόρνη του σπιτιού, προστατευόμενη της Μαντάμ Παρί, η οποία μπαίνει αμέσως στο πνεύμα της δουλειάς.
Ανάμεσά τους βρίσκεται και η Κατερίνα (Ηρώ Κυριακάκη) η μεσόκοπη καθαρίστρια του σπιτιού. Όλες αυτές οι γυναίκες ζουν με τα μυστικά τους, τα πάθη τους και τους αδιέξοδους έρωτές τους, έχοντας σαν κοινό όνειρο μια καλύτερη ζωή. Και όλα αυτά συμβαίνουν, λίγο πριν την επιβολή του νόμου περί κλεισίματος των “σπιτιών” στην Τρούμπα...


 Η ταινία βασίζεται στο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού «Το σπίτι με τα κόκκινα φώτα» που είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία και θεωρείται ένα από τα καλύτερα μελό που έχουν γυριστεί -σταθμός στην ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου.
Ο σκηνοθέτης Βασίλης Γεωργιάδης, αφηγείται με μοναδικό τρόπο την ιστορία του και καταφέρνει να ξεναγήσει τον θεατή μέσα σε έναν οίκο ανοχής της εποχής εκείνης, μεταφέροντας μια χυδαία και αποκρουστική πραγματικότητα, αρκούμενος μόνο σε υπαινιγμούς, αποφεύγοντας την απεικόνιση ρεαλιστικών εικόνων. Ο ρομαντισμός και το συγκρατημένο μελό είναι τα στοιχεία που επικρατούν στην ταινία καθώς η ευτυχία και το δράμα των ηρώων εναλλάσσονται σε ένα εκπληκτικό ντεκόρ, με μια ατμόσφαιρα απέριττη και σκληρά φωτισμένη.
Η ιστορία εξελίσσεται με ομαλό τρόπο αφήγησης και ο σκηνοθέτης κατορθώνει με δεξιοτεχνία να οδηγήσει τον θεατή σε ένα τέλος το οποίο ενώ τακτοποιεί κάποια ζητήματα, δεν του προσφέρει πλήρη κάθαρση.
Η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου που πλαισιώνει τις σκηνές τις ταινίας είναι υπέροχη και διαχρονική. Το ίδιο υπέροχα και διαχρονικά είναι και τα τραγούδια που ακούγονται από τους Γρηγόρη Μπιθικώτση και Γιώργο Ζαμπέτα. Επίσης πανέμορφο και το τραγούδι «Κι ούτε ένα ευχαριστώ» που ερμηνεύει με συγκινητικό τρόπο η Τζένη Καρέζη.


Το καστ αποτελείται από μια πλειάδα πρωτοκλασάτων ηθοποιών της εποχής, που όλοι τους ερμηνεύουν με τρόπο αριστουργηματικό, ακολουθώντας απόλυτα τις οδηγίες του σκηνοθέτη.
Η Τζένη Καρέζη με μια εύθραυστη γοητεία και μια ποιητική ομορφιά, ερμηνεύει υπέροχα τον ρόλο της και από τις πρώτες κιόλας σκηνές με το βλέμμα της και με το μεγάλο της υποκριτικό ταλέντο, καταφέρνει και περνάει στον θεατή αυτό που θέλει να δείξει ο σκηνοθέτης: ότι στην πραγματικότητα δεν είναι γεννημένη πόρνη, αλλά οι συνθήκες την οδήγησαν στο σπίτι της Μαντάμ Παρί.
Η Δέσπω Διαμαντίδου σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας στο ρόλο της πατρόνας, αποδεικνύει περίτρανα ότι είναι μια από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες ηθοποιούς όλων των εποχών.
Σπαρακτική και ταυτόχρονα καθηλωτική είναι η ερμηνεία της Κατερίνας Χέλμη, ενώ αποκαλυπτική και εξαίσια είναι η παρουσία της Ελένης Ανουσάκης, στον πρώτο ουσιαστικό κινηματογραφικό ρόλο της καριέρας της. Πολύ καλές και οι ερμηνείες της Μαίρης Χρονοπούλου, της Αλεξάνδρας Λαδικού και της Ηρώς Κυριακάκη στο ρόλο της καθαρίστριας.
Εξίσου καλές είναι και οι ερμηνείες από τους άνδρες ηθοποιούς. Υπέροχος ο Γιώργος Φούντας σε έναν ρόλο που του πάει «γάντι». Ο Μάνος Κατράκης ερμηνεύει με περίσσια αρχοντιά τον καπετάν Νικόλα, ενώ έκτακτος είναι ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ειδικά στη σκηνή που ανακαλύπτει ότι η αγαπημένη του είναι πόρνη, και αντιδράει κλαίγοντας και γελώντας ταυτόχρονα. Πολύ καλός και ο Φαίδων Γεωργίτσης στο ρόλο του έφηβου που ερωτεύεται την πόρνη Μαίρη (Μαίρη Χρονοπούλου).


Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους Αθηναϊκούς κινηματογράφους τον Δεκέμβριο του 1963 και έκοψε κατά την πρώτη της προβολή 473.686 εισιτήρια, κατακτώντας την 3η θέση ανάμεσα σε 92 ταινίες της σαιζόν 63-64, αποσπώντας ταυτόχρονα πολύ καλές κριτικές.
Το 1964 εκπροσώπησε την χώρα μας στο Φεστιβάλ Καννών όπου δεν κατάφερε να κερδίσει κάποιο βραβείο, αλλά απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και σχόλια. Επίσης ήταν η επίσημη συμμέτοχη της Ελλάδας στα Oscar του 1964 όπου κατάφερε να μπει στην τελική πεντάδα αλλά έχασε το βραβείο της Καλύτερης Ξένης Ταινίας από το «8½» του Φελίνι. Ο ίδιος ο Φελίνι είχε πει: «...από όλες τις ταινίες της κατηγορίας μου, φοβάμαι πιο πολύ την ελληνική»(!)
«Τα κόκκινα φανάρια» προβλήθηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, στην Αμερική αλλά και στην μακρινή Ιαπωνία σημειώνοντας επιτυχία και κάνοντας έτσι τον Βασίλη Γεωργιάδη και τους υπόλοιπους συντελεστές της διάσημους.
Σήμερα μπορεί το θέμα της να φαντάζει υπερβολικό και τετριμμένο, αλλά οι παράλληλες δραματικές ιστορίες που περιγράφονται μέσα από την σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη, δεν παύουν να αποτελούν σταθερές άξιες σεναριακής δραματικής τεχνικής.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση