Κυνόδοντας (2009)



Αγγλικός Τίτλος: Dogtooth
Κατηγορία: Δράμα
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Σενάριο: Γιώργος Λάνθιμος, Ευθύμης Φιλίππου
Πρωταγωνιστούν: Χρήστος Στέργιογλου, Michele Valley, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαίρη Τσώνη, Άννα Καλαϊτζίδου
Φωτογραφία: Θύμιος Μπακατάκης
Μοντάζ: Γιώργος Μαυροψαρίδης
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 95 min


Για πολλούς ο «Κυνόδοντας» είναι μια ταινία “κακόγουστη”, ”διεστραμμένη”, με αρρωστημένο σενάριο και αξιοθρήνητες ερμηνείες από τελείως ατάλαντους ηθοποιούς. Μια ταινία που περιέχει σκηνές “ανούσιες“ που σοκάρουν, σκηνές αναίτιας βίας και σκληρού πορνό, με μοναδικό στόχο τον ντόρο και την εμπορευσιμότητα.
Για κάποιους άλλους είναι μια ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία, ένα αξεπέραστο και ιδιοφυές αριστούργημα που μέσα από μια αλληγορική ιστορία, που αγγίζει τα όρια της παράνοιας, καταγγέλλει το κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο μας εκπαιδεύει και μας γαλουχεί. Ταυτόχρονα είναι ένα καυστικότατο σχόλιο πάνω σε κάθε μορφή εξουσίας και μία σπουδή πάνω στον θεσμό της οικογένειας και στο κατά πόσο το περιβάλλον αυτής, διαμορφώνει τους ανθρώπους ως μέλη του κοινωνικού συνόλου.
Όπως και να ‘χει, ο «Κυνόδοντας», είναι μια ταινία “δύσκολη” που η θέασή της δεν προσφέρεται για διασκέδαση αλλά, για βαθύ προβληματισμό και έντονη σκέψη.


Μία εύπορη οικογένεια ζει απομονωμένη σε μία άνετη, όμορφη κι απόμερη μονοκατοικία. Ο πατέρας (Χρήστος Στέργιογλου) και η μητέρα (Michele Valley), για άγνωστο λόγο, ανατρέφουν τον μεγάλο τους γιο (Χρήστος Πασσαλής), τη μικρή (Μαίρη Τσώνη) και τη μεγάλη τους κόρη (Αγγελική Παπούλια), αποκλειστικά εντός των ορίων του περιφραγμένου οικοπέδου της μονοκατοικίας, με την πρόφαση ότι είναι ο μοναδικός χώρος στον οποίον μπορούν να ζουν ασφαλείς.
Τα τρία νεαρά άτομα διαπαιδαγωγούνται, μορφώνονται και ψυχαγωγούνται, έτσι όπως οι γονείς τους πιστεύουν ότι θα έπρεπε, χωρίς να έχουν κανένα εξωτερικό ερέθισμα. Τα παιδιά όχι μόνο δεν γνωρίζουν τίποτα για τον πραγματικό κόσμο, αλλά λαμβάνουν πληροφορίες και έννοιες διαστρεβλωμένες, μαθαίνοντας από τους γονείς τους λέξεις με εντελώς λανθασμένη σημασία. Μεταξύ άλλων έχουν διδαχθεί, ότι “θάλασσα” είναι η δερμάτινη πολυθρόνα στο σαλόνι, “μουνί” είναι το μεγάλο φωτιστικό, τα αεροπλάνα που πετούν στον ουρανό πάνω από το σπίτι είναι παιχνίδια και ότι η γάτα είναι το πιο επικίνδυνο ζώο που υπάρχει. Έτσι τα παιδιά έχουν αναπτύξει μια εντελώς παράδοξη αντίληψη των πραγμάτων κι έχουν αδρανήσει σε αυτόν τον κόσμο που κατασκεύασαν οι γονείς τους για λογαριασμό τους.
Η μοναδική εξαίρεση σε όλα αυτά είναι οι επισκέψεις στο σπίτι μιας γυναίκας, της νεαρής Χριστίνας (Άννα Καλαϊτζίδου), η οποία εργάζεται στο εργοστάσιο του πατέρα ως υπάλληλος φύλαξης. Ο πατέρας κανονίζει τις επισκέψεις της στο σπίτι, με σκοπό να κατευνάζει τις σεξουαλικές ορμές του γιού του. Η παρουσία της όμως, απειλεί να επιφέρει ραγδαίες αλλαγές στο φαινομενικά σταθερό και ελεγχόμενο σύμπαν του σπιτιού...


Ο σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος, στήνει την ιστορία του μέσα στους τέσσερεις τοίχους ενός σπιτιού, δημιουργώντας ένα φιλμικό σύμπαν που απορροφά τον θεατή, δίνοντάς του τροφή για πολλά ερωτήματα που μένουν αναπάντητα ως το τέλος.
Ο θεατής δεν παίρνει καμία απολύτως πληροφορία για το που και το πότε λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα που περιγράφονται. Θα μπορούσε να ήταν στην Ελλάδα του σήμερα, θα μπορούσε να ήταν σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου 20-30 χρόνια πριν, θα μπορούσε ακόμα να ήταν και στο μέλλον... Ο τόπος και ο χρόνος δεν έχουν καμία σημασία για τον δημιουργό και δεν δίνει καμιά εξήγηση στον θεατή γιατί οι γονείς επέλεξαν να ζήσουν έτσι, αλλά και ούτε τι προσπαθούν να πετύχουν μεγαλώνοντας τα παιδιά τους κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το μόνο του μέλημα είναι να εστιάσει στο θέμα του που είναι αναμφισβήτητα αλληγορικό και αφορά την κοινωνία, το σύστημα, την εξουσία, την εκπαίδευση (που πολύ εύστοχα την παρομοιάζει με αυτή των σκύλων) και όλα όσα συνεπάγονται αυτών.
Η κορύφωση του δράματος έρχεται σταδιακά με μια λεπτή χιουμοριστική διάθεση, ενώ οι λίγες βίαιες σκηνές χάνουν την βιαιότητά τους μπροστά στην ουσία και στο νόημα αυτών που καταδεικνύουν. Το ίδιο ισχύει και για τις ερωτικές σκηνές οι οποίες είναι κινηματογραφημένες με ρεαλιστική και όχι πορνογραφική αντίληψη.
Άλλο χαρακτηριστικό του «Κυνόδοντα» είναι η σχεδόν παντελής έλλειψη μουσικής υπόκρουσης. Μουσική ακούγεται μόνο στις σκηνές που απαιτείται λόγω του σεναρίου.
Στα συν της ταινίας είναι η πολύ καλή φωτογραφία και ο φωτισμός που σε αντιπαράθεση με το θέμα, συμβάλλουν στην αποφυγή της δημιουργίας ενός κλειστοφοβικού κλίματος.
Τέλος, οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές, με κορυφαίες αυτές των δύο κοριτσιών (Αγγελική Παπούλια, Μαίρη Τσώνη) που φέρονται και μιλάνε σαν να έχουν βιώσει στην πραγματικότητα όλα όσα υποδύονται μπροστά στην κάμερα. Εκπληκτική είναι η σκηνή κατά την οποία η Παπούλια, χορεύει με τέτοιο τρόπο, σαν να θέλει να βγάλει από μέσα της όλα όσα την πνίγουν -ακόμα και την ψυχή της.
Παραφωνία στο όλο σύνολο αποτελούν οι μικροί, δεύτεροι ρόλοι, που δεν είναι απλώς κακοί αλλά τραγικότατοι.


Η ταινία είναι μια συμπαραγωγή της εταιρίας Boo Productions και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Κόστισε 250.000 ευρώ και έκανε πρεμιέρα στις 18 Μαΐου του 2009, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, όπου απέσπασε εξαιρετικές κριτικές και τιμήθηκε με τα Βραβεία “Ένα Κάποιο Βλέμμα” (Un Certain Regard) και το Βραβείο Νεότητας.
Επίσης ο «Κυνόδοντας» τιμήθηκε με ένα μεγάλος πλήθος βραβείων, όχι μόνο από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου αλλά και σε πολλούς διεθνείς κινηματογραφικούς διαγωνισμούς και φεστιβάλ, σε Ευρώπη και Αμερική.
Στην 83η απονομή των Βραβείων Όσκαρ, τον Ιανουάριο του 2011, βρέθηκε ανάμεσα στις 5 καλύτερες ταινίες (από τις συνολικά 66 που προτάθηκαν) και διεκδίκησε το Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Τελικά όμως δεν τα κατάφερε καθώς το βραβείο αυτό το κέρδισε η Δανέζικη «Hævnen».
Στην Ελλάδα η πρώτη της προβολή έγινε στις 22 Οκτωβρίου του 2009, σημειώνοντας εισπρακτική επιτυχία και πλήθος σχολιασμών σχετικά με το θέμα της.
Έντονες αντιδράσεις προκλήθηκαν ύστερα από την αποκάλυψη πως ανάλογη ταινία, με παρόμοιο σενάριο είχε γυριστεί το 1973 στο Μεξικό, με τίτλο «El castillo de la pureza» (Ο πύργος της αθωότητας) από τον σκηνοθέτη Arturo Ripstein. Παρά το γεγονός ότι ανάμεσα στις δυο ταινίες υπάρχουν αρκετές πανομοιότυπες σκηνές, ο σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος δεν αναφέρθηκε ποτέ και πουθενά για τις επιρροές που πιθανότατα είχε, από την εν λόγω ταινία.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση