The Birds (1963)



Ελληνικός Τίτλος: Τα Πουλιά
Κατηγορία: Τρόμου, Θρίλερ
Σκηνοθεσία: Alfred Hitchcock
Σενάριο: Daphne Du Maurier (διήγημα), Evan Hunter (σενάριο)
Πρωταγωνιστούν: Tippi Hedren, Rod Taylor, Jessica Tandy, Suzanne Pleshette, Veronica Cartwright
Μουσική: Yann Tiersen
Φωτογραφία: Robert Burks
Μοντάζ: George Tomasini
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 119 min


Η βασική ιδέα του σεναρίου βασίζεται σε ένα διήγημα της Βρετανίδας συγγραφέως Daphne Du Maurier, που κυκλοφόρησε το 1952.
H Melanie Daniels (Tippi Hedren) είναι μια αρκετά εμφανίσιμη και εύπορη δεσποινίδα η οποία ζει στο Σαν Φρανσίσκο. Μια μέρα γνωρίζει σε ένα κατάστημα πτηνών τον γοητευτικό δικηγόρο Mitch Brenner (Rod Taylor). Υποκινούμενη από εμφανές ενδιαφέρον για εκείνον, μαθαίνει την ταυτότητα του και αποφασίζει να τον επισκεφτεί στο Bodega Bay, μια μικρή παραλιακή πόλη της νότιας Καλιφόρνιας, όπου ο Mitch περνάει τα σαββατοκύριακα του συντροφιά με την χήρα μητέρα του Lydia (Jessica Tandy) και την εντεκάχρονη αδελφή του Cathy (Veronica Cartwright).
Φτάνοντας η Melanie στο Bodega Bay, λίγο πριν συναντηθεί με τον Mitch, δέχεται μια περίεργη επίθεση από έναν γλάρο, που την τραυματίζει ελαφρά στο κεφάλι. Ο Mitch της προσφέρει τις πρώτες βοήθειες και ένα αμοιβαίο φλερτ ξεκινάει ανάμεσά τους. Έτσι η Melanie, αποφασίζει να διανυκτερεύσει στο σπίτι της δασκάλας, Annie Hayworth (Susanne Pleshette), όπου και ενημερώνεται για τα κτητικά συναισθήματα της Lydia προς τον γιό της.
Την άλλη μέρα, κατά την διάρκεια μιας σχολικής γιορτής τα παιδιά και οι παρευρισκόμενοι δέχονται επίθεση από ένα σμήνος πουλιών. Το ίδιο βράδυ ένα σμήνος πουλιών εισβάλει στο σπίτι του Mitch, από την καμινάδα του σπιτιού.
Πολύ σύντομα, οι επιθέσεις των πουλιών της περιοχής γίνονται ακόμα πιο έντονες σκορπίζοντας τον τρόμο και τον θάνατο και κανείς από τους κατοίκους της μικρής πόλης δεν μπορεί να δώσει μια εξήγηση. Οι Αρχές προσπαθούν να ηρεμήσουν τα πράγματα αλλά δυστυχώς η κατάσταση αρχίζει και βγαίνει πλέον εκτός ελέγχου...


Αν και το «The Birds» δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες δημιουργίες του Hitchcock, δεν παύει να είναι μια ταινία που τον αντιπροσωπεύει καθώς και σε αυτήν όπως και σε πολλές άλλες του, ο μεγάλος μετρ χρησιμοποιεί τα γνωστά του μοτίβα και στηριζόμενος σε ένα άκρως αινιγματικό σενάριο καταφέρνει να ξαφνιάσει και να σοκάρει τον θεατή κινηματογραφώντας ένα πρωτόγνωρο για την εποχή του φιλμ, μία εντελώς ιδιότυπη ταινία καταστροφής που θεωρείται προάγγελος για τις ταινίες καταστροφών που ακολούθησαν την δεκαετία του ’70.
Η ξανθιά ηρωίδα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το σασπένς και ο τρόμος, είναι μερικά από τα στοιχεία αυτά που χαρακτηρίζουν τις ταινίες Hitchcock, στοιχεία τα οποία είναι πρωταγωνιστές και στην εν λόγω ταινία.
Αυτό που είναι ασυνήθιστο για τον ιδιοφυή σκηνοθέτη, είναι η μη λογική εξήγηση αυτών που συμβαίνουν καθώς το σενάριο κρύβει πολλούς συμβολισμούς και επιδέχεται πολλές διαφορετικές ερμηνείες. Ποιος ευθύνεται για την αφύσικη επιθετικότητα των πουλιών; Φταίει η αντίδραση της μάνας όσον αφορά την σχέση του γιού της με την Melanie ή μήπως πρόκειται για ένα σχέδιο εκδίκησης της φύσης απέναντι στον άνθρωπο; Ίσως και κάποιες θρησκευτικές αναφορές που γίνονται κατά την διάρκεια της ταινίας, να υπονοούν κάτι. Όπως και να ‘χει, απάντηση δεν δίδεται και ουσιαστικό τέλος στην ταινία δεν υπάρχει -ούτε καν εμφανίζεται το καθιερωμένο σε όλες τις ταινίες “The End”.


Η ατμόσφαιρα αγωνίας και τρόμου επιτυγχάνεται από τον σκηνοθέτη με εκπληκτικό τρόπο μέσω των σταδιακών αυξήσεων των επιθέσεων, την κλιμακωτά αυξανόμενη βιαιότητα, την παραφροσύνη των ανήξερων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων, αλλά κυρίως με την ανατριχιαστική αναμονή ανάμεσα στις επιθέσεις καθώς ο Hitchcock, φροντίζει και δίνει πληροφορίες στον θεατή που οι ήρωες του δεν γνωρίζουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σκηνή κατά την οποία τα πουλιά συγκεντρώνονται ήσυχα στους χώρους του σχολείου και ετοιμάζονται να επιτεθούν στα ανύποπτα παιδιά, όπως επίσης και η σκηνή όπου η πρωταγωνίστρια ανέμελη δεν έχει αντιληφθεί το σμήνος από τα κοράκια που μαζεύεται πίσω της.
Τα οπτικά εφέ που χρησιμοποιήθηκαν ήταν αρκετά πρωτοποριακά για την εποχή κι ας φαντάζουν σήμερα πρόχειρα και ξεπερασμένα. Αρκετά από τα πουλιά που εμφανίζονται ήταν ειδικά εκπαιδευμένα και κάποια άλλα ήταν μηχανικά. Οι μέθοδοι και οι τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για τους ιδιόρρυθμους τρόπους που γυρίστηκε η ταινία, διδάσκονται ακόμα και σήμερα σε όλες τις σχολές κινηματογράφου.
Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει και στους τομείς της φωτογραφίας και του μοντάζ, δυο στοιχεία που βοηθούν στα μέγιστα στο ολικό αποτέλεσμα.
Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της ταινίας, είναι η παντελής έλλειψης μουσικής υπόκρουσης που αναπληρώνεται με εξαιρετικό τρόπο με φυσικούς ήχους και αμέτρητα ανατριχιαστικά κρωξίματα πουλιών, προϊόντα ηλεκτρονικών ηχητικών μέσων.


Η Tippi Hedren, στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, επιλέχθηκε από τον ίδιο τον Hitchcock για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όταν την είδε σε ένα διαφημιστικό σποτ. Η ερμηνεία της δεν είναι κάτι το συγκλονιστικό αλλά κερδίζει τον θεατή με την ομορφιά της και το ψυχρό της βλέμμα που ταιριάζει στον ρόλο της. Τα πουλιά που χρησιμοποιήθηκαν στην σκηνή της τελευταίας επίθεσης μέσα στο σπίτι ήταν αληθινά και όπως δήλωσε η ίδια η ηθοποιός, τα είχαν δέσει οι εκπαιδευτές πάνω στα χέρια της με λάστιχα και μέχρι την ολοκλήρωση των γυρισμάτων δέχτηκε αρκετά τσιμπήματα και υπέστη αρκετή ταλαιπωρία.
Αδιάφορη είναι η ερμηνεία του παρτενέρ της Rod Taylor, ενώ πολύ καλή είναι η ερμηνεία της Jessica Tandy στο ρόλο της μάνας που δεν της αρέσει το γεγονός ότι κινδυνεύει να χάσει το γιο της από την νεαρή κοπέλα που τον έχει ερωτευτεί.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 28 Μαρτίου του 1963 σημειώνοντας μέτρια εμπορική επιτυχία, έλαβε ανάμικτες  κριτικές και το 1964 βρέθηκε να είναι υποψήφια για το Όσκαρ Ειδικών Εφέ.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση