High Noon (1952)



Ελληνικός Τίτλος: Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές
Κατηγορία: Γουέστερν, Δράμα
Σκηνοθεσία: Fred Zinnemann
Σενάριο: John W. Cunningham (διήγημα), Carl Foreman (σενάριο)
Πρωταγωνιστούν: Gary Cooper, Thomas Mitchell, Lloyd Bridges, Grace Kelly, Katy Jurado
Μουσική: Dimitri Tiomkin
Φωτογραφία: Floyd Crosby
Μοντάζ: Elmo Williams
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 85 min


Ο Will Kane, σερίφης μιας μικρής πόλης κάπου στην Δύση, αμέσως μετά τον γάμο του παραδίδει το σήμα του καθώς οι θρησκευτικές αντιλήψεις της συζύγου του που είναι “ειρηνίστρια” δεν του επιτρέπουν να συνεχίσει να ασκεί το επάγγελμα του. Οι νεόνυμφοι έχουν αποφασίσει αμέσως μετά την τελετή, να φύγουν προκειμένου να μετακομίσουν σε άλλη περιοχή, κάνοντας μια καινούρια αρχή στην ζωή τους. Σύσσωμοι οι άρχοντες αλλά και απλοί κάτοικοι της πόλης τους αποχαιρετούν, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του σερίφη έναν άνθρωπο που έφερε την ασφάλεια και την τάξη στον τόπο τους και νιώθουν ευγνώμονες γι’ αυτό.
Λίγα λεπτά ωστόσο πριν την επικείμενη αναχώρηση του ζευγαριού, γίνεται γνωστό ότι ένας αδίστακτος εγκληματίας που είχε συλλάβει ο Kane πριν πέντε χρόνια, αποφυλακίζεται πρόωρα και επιστρέφει στην πόλη με το μεσημεριανό τρένο, για να πάρει εκδίκηση. Τον κακοποιό περιμένουν στον σταθμό του τρένου και τρεις φίλοι του, μέλη της παλιάς του συμμορίας.
Όταν το κακό νέο κυκλοφορεί στην πόλη, όλοι συμβουλεύουν τον Kane να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα γίνεται, προκειμένου να σώσει την ζωή του. Εκείνος όμως δεν θέλει να φύγει σαν κυνηγημένος και νιώθει ότι είναι καθήκον του να μην υποχωρήσει στις απειλές αλλά να παραμείνει και να προστατέψει την πόλη συλλαμβάνοντας τον κακοποιό.
Η γυναίκα του, όταν αντιλαμβάνεται τι πρόκειται να επακολουθήσει, αποφασίζει να φύγει με το μεσημεριανό τρένο, έστω και χωρίς αυτόν. Παρ’ όλα αυτά ο Kane δεν αλλάζει γνώμη και προσπαθεί να μαζέψει εθελοντές για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τη συμμορία. Οι κάτοικοι όμως, όσο κι αν αγαπούν τον σερίφη τους κι όσο κι αν νιώθουν ευγνώμονες γι’ αυτόν, αρνούνται να τον βοηθήσουν είτε επειδή φοβούνται για την ζωή τους είτε επειδή πιστεύουν ότι το θέμα είναι προσωπικό και ο κακοποιός επιστρέφει μόνο για εκείνον. Εν τω μεταξύ ο χρόνος περνάει και έχει απομείνει λιγότερο από μία ώρα μέχρι το τρένο να φτάσει στον σταθμό...


Το «High Noon» είναι ένα γουέστερν διαφορετικό από τα άλλα. Δεν περιέχει τις μονομαχίες, τα κυνηγητά, τους σκοτωμούς και γενικότερα τις σκηνές έντονες δράσης που μας έχουν συνηθίσει οι ταινίες τους είδους (αν και το φινάλε του, αποζημιώνει τους φαν αυτών των εικόνων) αλλά είναι μια ταινία που χρησιμοποιώντας για φόντο μια πόλη του West, αναδεικνύει τον άνισο αγώνα που δίνει ένας ιδεαλιστής και λίγο ξεροκέφαλος θα μπορούσαμε να πούμε, μοναχικός ήρωας, ενάντια σε μια κοινωνία που κοιτάζει μόνο το προσωπικό της συμφέρον, βάζοντας στην άκρη αξίες και ιδανικά. Είναι μια ταινία που αποπνέει έντονα κοινωνικοπολιτικά μηνύματα και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι κάποια από τα ονόματα των συντελεστών της ήταν ήδη εγγεγραμμένα στην περιβόητη λίστα του γερουσιαστή Μακάρθυ, στάθηκε η αιτία να κατηγορηθεί ως αριστερή, αντιαμερικανική και ως μια αλληγορία που εναντιώνεται απέναντι στο καθεστώς που είχε επιβάλλει ο ακροδεξιός γερουσιαστής.  
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σεναριογράφος, Carl Foreman, ο οποίος πιο παλιά είχε υπάρξει μέλος κάποια κομουνιστικής οργάνωσης και βρισκόταν ήδη εγγεγραμμένος στην λίστα, πριν ακόμα η ταινία βγει στις αίθουσες, κατέφυγε στην Αγγλία γνωρίζοντας ότι δεν θα κατόρθωνε να δουλέψει ξανά στην Αμερική.
Ο δηλωμένος φανατικός δεξιός, John Wayne, είχε χαρακτηρίσει το «High Noon», ως τη πιο αντιαμερικανική ταινία που είχε δει ποτέ.


Πέρα όμως από το τι ήθελε να πει πραγματικά η ταινία και τις αντιδράσεις που προκάλεσε, όσον αφορά την καλλιτεχνική της πλευρά, δεν παύει αναμφισβήτητα να αποτελεί ένα κινηματογραφικό αριστούργημα.
Το υπέροχο και πολύ πρωτότυπο σενάριό της, βασίζεται σε μια ιδέα από ένα διήγημα του John W. Cunningham, που κυκλοφόρησε σε ένα περιοδικό με τον τίτλο «The Tin Star».
Το πρώτο εντυπωσιακό της στοιχείο είναι το γεγονός ότι η διάρκεια της ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τον χρόνο που εξελίσσεται η ιστορία της. Πιο συγκεκριμένα, από την στιγμή που ανακοινώνεται η άφιξη του εγκληματία με το τρένο των 12.00, ο πραγματικός και ο κινηματογραφικός χρόνος σχεδόν ταυτίζονται και ο σκηνοθέτης Fred Zinnemann, μας το υπενθυμίζει συνεχώς αυτό και μέσα από τους διαλόγους, αλλά και με την χρήση ρολογιών που βρίσκονται κρεμασμένα σχεδόν σε όλους τους χώρους. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνει και κορυφώνει θεαματικά την αγωνία και το σασπένς, ενώ ταυτόχρονα καθιστά την ταινία σαν ένα δείγμα, της απόλυτα γραμμικής κινηματογραφικής αφήγησης.
Επίσης η ταινία, έχει πολλές ιδιαιτερότητες και πρωτοτυπίες, όσον αφορά τις λήψεις. Ταχύτατες εναλλαγές των πλάνων, zoom out σε πλάνα που αποκαλύπτουν αυτό που θέλουν να τονίσουν και συχνές εναλλαγές γκρο πλαν ανάλογα με το ρυθμό του μουσικού θέματος (τεχνικές που υιοθέτησαν μετέπειτα κι άλλοι σκηνοθέτες, όπως ο Sergio Leone).
Υπέροχη επίσης είναι η μουσική της (Dimitri Tiomkin) και η ασπρόμαυρη φωτογραφία της (Floyd Crosby).
Οι ερμηνείες όλων των πρωταγωνιστών είναι συγκλονιστικές, με κορυφαία βεβαία την ερμηνεία του Gary Cooper, στον ρόλο του σερίφη Kane. Δίπλα του μεταξύ των άλλων, ο Thomas Mitchell στον ρόλο του δήμαρχου της πόλης, η εκθαμβωτική Grace Kelly στο ρόλο της συζύγου του, ο εξαιρετικός Lloyd Bridges στον ρόλο του βοηθού σερίφη που τελικά τον εγκαταλείπει και η αγέρωχη Μεξικάνα ηθοποιός Katy Jurado, στον ρόλο της πρώην ερωμένης του ήρωα. Η ταινία τέλος, σηματοδοτεί και το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Lee Van Cleef, ο οποίος υποδύεται έναν από τους συμμορίτες.


Την εποχή που κυκλοφόρησε το «High Noon» σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία και βρέθηκε προτεινόμενη για επτά βραβεία Όσκαρ από τα οποία κέρδισε τα τέσσερα: Α’ Ανδρικού ρόλου, Μοντάζ, Μουσικής και Τραγουδιού. Επίσης τιμήθηκε και με τέσσερεις Χρυσές Σφαίρες: Α’ Ανδρικού Ρόλου, Φωτογραφίας, Μουσικής και Β’ Γυναικείου ρόλου για την Katy Jurado.
Το 1989, επιλέχθηκε από τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου να διατηρηθεί ως ταινία μεγάλης «Ιστορικής, Πολιτιστικής και Αισθητικής αξίας».
Σήμερα θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα γουέστερν όλων των εποχών, και ως μία από τις καλύτερες ταινίες του παγκοσμίου κινηματογράφου, ανεξαρτήτου κατηγορίας.
Όσο για τον σερίφη "Will Kane" αυτός βρίσκεται στην θέση Νο5 στην λίστα της AFI με τους κορυφαίους Αμερικανούς κινηματογραφικούς ήρωες.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση