Scarface (1932)



Εναλλακτικός Τίτλος: Scarface: The Shame of the Nation
Ελληνικός Τίτλος: Ο Σημαδεμένος
Κατηγορία: Έγκλημα, Δράσης, Δράμα
Σκηνοθεσία: Howard Hawks, Richard Rosson
Σενάριο: Armitage Trail (Μυθιστόρημα), Ben Hecht (Προσαρμογή Σεναρίου)
Πρωταγωνιστούν: Paul Muni, Ann Dvorak, Karen Morley, Osgood Perkins, George Raft
Μουσική: Shelton Brooks
Φωτογραφία: Lee Garmes, L. William O'Connell
Μοντάζ: Edward Curtiss
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 93 min


Οι κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που επικρατούσαν στην Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οδήγησαν τους κινηματογραφικούς παραγωγούς της εποχής, να στραφούν σε ένα νέο είδος ταινιών που είχαν σαν θέμα τους γκάνγκστερ.
Η οικονομική κρίση, η ποτοαπαγόρευση και η συνεχής αύξηση της εγκληματικότητας, με “πολέμους” ανάμεσα στις συμμορίες που έκαναν κουμάντο σε διάφορες περιοχές, κάτω από το βλέμμα της σχεδόν ανήμπορης να αντιδράσει, αστυνομίας, ήταν γεγονότα που αποτελούσαν το φόντο, για την δημιουργία αυτού του είδους των ταινιών.
Το «Little Ceasar» του Mervyn LeRoy και το «The Public Enemy» του William A. Wellman, ήταν οι πρώτες ταινίες του είδους που κυκλοφόρησαν το 1931, σχεδόν ταυτόχρονα.
Η ταινία όμως που όρισε το είδος και έγινε το αρχετυπικό σημείο αναφοράς, θέτοντας αρκετούς από τους κανόνες που ακολούθησαν οι παραγωγές που ασχολήθηκαν με το θέμα του οργανωμένου εγκλήματος και της μαφίας, για πολλές δεκαετίες αργότερα, ήταν το «Scarface».


Σικάγο, αρχές της δεκαετίας του 1930, εποχή του μεγάλου οικονομικού κραχ. Ο Tony Camonte (Paul Muni) γνωστός και με το παρατσούκλι Scarface (Σημαδεμένος), εξ αιτίας ενός σημαδιού που έχει στο πρόσωπό του, είναι ένας νεαρός Ιταλοαμερικάνος που κινείται στον χώρο του υποκόσμου, έχοντας υψηλές φιλοδοξίες. Ο ίδιος ζει με την μητέρα του και την μικρή του αδερφή Cesca (Ann Dvorak), την οποία καταπιέζει αφόρητα καθώς είναι υπερπροστατευτικός μαζί της.
Ο Tony, μετά από επαφή με τον νέο αρχηγό της περιοχής, Johnny Lovo (Osgood Perkins), γίνεται το πρωτοπαλίκαρό του σκοτώνοντας το παλιό του αφεντικό. Στόχος του Lovo είναι, με την βοήθεια του Tony, να ελέγξει την διακίνηση μπύρας σε όλα τα μπαρ του νότιου τμήματος της πόλης.
Πολύ σύντομα οι δυο άνδρες θα τα καταφέρουν και θα πάρουν τον πλήρη έλεγχο της περιοχής. Ο Tony όμως, καθώς είναι άφοβος και υπερβολικά φιλόδοξος δεν μένει ικανοποιημένος και ενάντια στις διαταγές του Lovo, θα θελήσει να επεκταθεί και στο βόρειο τμήμα της πόλης που ελέγχεται από τους Ιρλανδούς. Το γεγονός αυτό θα γίνει η αφορμή για μια μικρή ρήξη ανάμεσά στους δύο άνδρες, ρήξη που θα επιδεινωθεί όταν ο Tony, θα διεκδικήσει την όμορφη ερωμένη του αφεντικού του, την Poppy (Karen Morley)...


Το σενάριο της ταινίας βασίζεται εν μέρει σε πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά περιγράφονται στο ομώνυμο βιβλίο του Armitage Trail, το οποίο αναφέρεται έμμεσα στην πορεία του αρχιμαφιόζου Al Capone, που έδρασε στο Σικάγο την δεκαετία του 1920, και είχε το προσωνύμιο “Σημαδεμένος”.
Την σκηνοθεσία ανέλαβαν οι Howard Hawks και Richard Rosson. Ο Hawks βέβαια είχε τον πρώτο λόγο καθώς συμμετείχε και στην παραγωγή της ταινίας, μαζί με τον Howard Hughes, έναν πολύ γνωστό παραγωγό της εποχής.
Ο ρυθμός της ταινίας είναι γρήγορος, χωρίς καθόλου φλυαρία και με ιδιαίτερη απλότητα στο σενάριο.
Οι σκηνές των δολοφονιών είναι ωμές, χωρίς στοιχεία ωραιοποίησης και μνημειώδεις διαλόγους που εξιδανικεύουν τις καταστάσεις. Οι πυροβολισμοί πέφτουν ακατάπαυστα και το γεγονός ότι στην οθόνη δεν βλέπουμε ούτε μια σταγόνα αίμα, δεν ελαφραίνει καθόλου την ατμόσφαιρα που κατά την μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας είναι σκοτεινή, σκληρή και απαισιόδοξη, συμβαδίζοντας έτσι απόλυτα, με την ίδια της την εποχή.
Οι σκηνοθέτες της ταινίας, κατάφεραν να καθοδηγήσουν ένα επιτελείο δευτεροκλασάτων ηθοποιών και να τους αποσπάσουν σχετικά καλές ερμηνείες, με κορυφαία αυτήν του πρωταγωνιστή Paul Muni, στον ρόλο του Tony. Ο Muni, υποδύεται εκπληκτικά τον οργισμένο, αδίστακτο και άκαρδο (αντι)ήρωα, μένοντας στην ιστορία σαν ένας από τους πιο αξιομνημόνευτους κακούς της κλασσικής περιόδου του αμερικανικού κινηματογράφου.


Τα γυρίσματα είχαν ολοκληρωθεί στα τέλη του 1930 αλλά σε αντίθεση με τις άλλες δύο ταινίες με την ίδια θεματολογία που προαναφέραμε, το «Scarface» αντιμετώπισε τις πιο έντονες αντιδράσεις από τις επιτροπές λογοκρισίας. Κατηγορήθηκε για τις σκληρές σκηνές που περιείχε και πως εξυμνούσε την βία παρουσιάζοντας το πορτραίτο ενός μεγάλου και αδίστακτου κακοποιού, από το αρχικό στάδιο της ανόδου του έως και την τελική του πτώση -κάτι που άλλωστε είναι αληθές, καθώς η ταινία σε κανένα σημείο της δεν καταδικάζει την βία.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αναβολή της κυκλοφορίας της έως τον Απρίλη του 1932, όταν τελικά η ταινία βγήκε σε περιορισμένη διανομή αφού πρώτα οι υπεύθυνοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν τον τίτλο της σε «Scarface: The Shame of the Nation» (Ο Σημαδεμένος: Η Ντροπή του Έθνους) και να προσθέσουν στην αρχή της μια σειρά καρτών που αναφερόντουσαν στα αρνητικά της βίας και τον ρόλο της πολιτείας, των πολιτικών και των πολιτών στην καταπολέμησή της.
Επίσης, η σκηνή του φινάλε θεωρήθηκε πολύ σκληρή και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Για να ικανοποιήσουν την επιτροπή της λογοκρισίας οι παραγωγοί, αναγκάστηκαν να γυρίσουν ένα διαφορετικό φινάλε κατά το οποίο ο κακοποιός πέρναγε από δίκη και καταδικαζόταν σε θανατική ποινή με απαγχονισμό. Αν και αυτό το φινάλε ήταν αναμφισβήτητα πιο ηθικό, τελικά και αυτό απορρίφθηκε με αποτέλεσμα να παραμείνει το αρχικό φινάλε όπως είχε.
Το «Scarface» μετά την αρχική του κυκλοφορία σε ορισμένες μόνο πολιτείες των ΗΠΑ και σε λίγες χώρες του εξωτερικού, σχεδόν αποσύρθηκε και επανεμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Φυσικά όπως είναι γνωστό, η ταινία αποτέλεσε την βασική πηγή για το ομώνυμο remake του Brian De Palma, που γυρίστηκε 50 χρόνια αργότερα, με πρωταγωνιστή τον Al Pacino.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση