Black Narcissus (1947)



Ελληνικός Τίτλος: Ο Μαύρος Νάρκισσος
Κατηγορία: Δράμα
Σκηνοθεσία: Michael Powell, Emeric Pressburger
Σενάριο: Rumer Godden (Μυθιστόρημα), Michael Powell, Emeric Pressburger (Προσαρμογή Σεναρίου)
Πρωταγωνιστούν: Deborah Kerr, Flora Robson, David Farrar, Kathleen Byron, Sabu, Jean Simmons
Μουσική: Brian Easdale
Φωτογραφία: Jack Cardiff
Μοντάζ: Reginald Mills
Χώρα Παραγωγής: Μεγάλη Βρετανία
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 100 min


Μια ομάδα της Αγγλικανικής Εκκλησίας αποτελούμενη από πέντε καλόγριες, ταξιδεύει στην μακρινή Ινδία, σε μια απομακρυσμένη τοποθεσία των Ιμαλάιων, με σκοπό να δημιουργήσει ένα σχολείο και ένα νοσοκομείο για τους κατοίκους της περιοχής. Επικεφαλής της αποστολής είναι η αδελφή Clodagh (Deborah Kerr), μια νέα γυναίκα Ιρλανδικής καταγωγής, ενώ τα άλλα μέλη είναι οι αδελφές Briony, Philippa, Honey και Ruth (Kathleen Byron). Η τελευταία, είναι κι αυτή σχετικά νεαρής ηλικίας και αντιμετωπίζει έντονα ψυχολογικά προβλήματα.
Χώρος στέγασής τους και ταυτόχρονα χώρος εκτέλεσης των καθηκόντων τους, είναι το παλάτι του Mopu, ένα παλιό αυτοκρατορικό οίκημα χτισμένο πάνω σε μια απόκρημνη πλαγιά, κοντά στο Darjeeling, που αρχικά είχε χτιστεί για φιλοξενεί τις παλλακίδες του μεγάλου Στρατηγού. Μόνος εναπομείναντας κάτοικος του Mopu είναι η Angu Ayah, μια γυναίκα που σε μισότρελη κατάσταση φροντίζει το παλάτι, νοσταλγώντας συνεχώς τις παλιές, μεγάλες του στιγμές.
Η προσαρμογή των πέντε γυναικών στο Mopu είναι αρκετά δύσκολη, όχι μόνο λόγω της απομόνωσης και των δύσκολων καιρικών συνθηκών αλλά και λόγω του ιδιαίτερα δύσκολου έργου που τους έχει ανατεθεί. Η εμφάνιση του γοητευτικού και ταυτόχρονα αρνητικού σε όλα, κυβερνητικού αξιωματούχου της περιοχής, του κ. Dean (David Farrar), σε συνδυασμό με την άγρια φύση, το υψόμετρο και το αισθησιακό περιβάλλον, δυσχεραίνει ακόμα πιο πολύ τα πράγματα για την αδελφή Clodagh, της οποίας οι μνήμες ξυπνάνε και την ξαναγυρίζουν στα νεανικά της χρόνια και σε έναν χαμένο έρωτα...  


Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο ομώνυμο αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα της Rumer Godden, που εκδόθηκε το 1939.
Οι Βρετανοί σκηνοθέτες-παραγωγοί, Michael Powell και Emeric Pressburger, μεταφέρουν το λογοτεχνικό κείμενο της Godden στην μεγάλη οθόνη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι μπορεί να λογοκριθούν και ότι ίσως, θα προκαλέσουν θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών από τους συντηρητικούς συμπατριώτες τους και όχι μόνο. Κινηματογραφούν με τόλμη, μία άκρως αισθησιακή-ερωτική ταινία, χωρίς να προβάλλουν ούτε ίχνος γυμνής γυναικείας σάρκας (πιθανότατα αυτός είναι και ο λόγος που η ταινία κατάφερε και πέρασε την αυστηρή λογοκρισία της εποχής) και ασχολούνται με θέματα που αφορούν την καταπίεση του μοναστικού βίου, την απώλεια πίστης, τις ανθρώπινες αδυναμίες και την επιρροή που μπορεί να έχει ένα περιβάλλον στον ανθρώπινο χαρακτήρα.
Κι αν όλα αυτά στον σημερινό θεατή φαντάζουν κοινότυπα και συνηθισμένα, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι η ταινία γυρίστηκε την μεταπολεμική περίοδο της δεκαετίας του ’40, μια εποχή αυστηρού συντηρητισμού και καταπίεσης, ειδικά για το γυναικείο φύλο και πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση που το θέμα της, αναφέρεται σε καλόγριες.


Η ταινία θεωρήθηκε εξ αρχής ως ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα. Οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτό, πέρα από την εξαιρετική σκηνοθεσία και τις πολύ καλές ερμηνείες, ήταν η υπέροχη απεικόνιση των ξωτικών τοπίων της Ινδίας και γενικότερα η όλη αναπαράσταση του τόπου και της ατμόσφαιρας, κυρίως μέσω των σκηνικών, των κοστουμιών και της φωτογραφίας.
Ο υπεύθυνος καλλιτεχνικής διεύθυνσης, Alfred Junge, κατάφερε με τα εκπληκτικά σκηνικά του, να μεταφέρει πιστά όλη την ατμόσφαιρα ενός Ινδικού παλατιού που μετατράπηκε σε μοναστήρι, μέσα σε ένα βρετανικό στούντιο. Άξιες θαυμασμού αποτελούν και οι σκηνές μέσα στην πυκνή ζούγκλα· σκηνές που γυρίστηκαν εξ ολοκλήρου, στο βρετανικό πάρκο του Kent!
Η έγχρωμη φωτογραφία του Jack Cardiff, είναι πραγματικά υπέροχη και μετατρέπει με την τέλεια χρήση των χρωμάτων, κάθε πλάνο της ταινίας σε πίνακα ζωγραφικής.
Εξαιρετική είναι και η μουσική επένδυση του Brian Easdale, που καταφέρνει και κορυφώνει τις ήδη τεταμένες στιγμές της έντασης, ενώ πολύ σωστή είναι και η χρήση της καμπάνας του μοναστηριού, οι ήχοι των τυμπάνων που ακούγονται από την ζούγκλα και ο ήχος του ανέμου που φυσάει συνεχώς από τις κορφές των απόκρημνων οροσειρών.


Οι ερμηνείες απ’ το μεγαλύτερο μέρος του καστ είναι συγκλονιστικές.
Η Deborah Kerr, σε ένα από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας της, ερμηνεύει υπέροχα την ηγουμένη Clodagh, που συν τις προσωπικές της αναμνήσεις και τους πειρασμούς που την βασανίζουν, καλείται να σηκώσει στις πλάτες της και να βρει λύση σε όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες που προκύπτουν κατά την διαμονή των καλογριών στον αφιλόξενο τόπο που αναγκάστηκαν να μεταφερθούν.
Πολύ καλός ο Ινδός ηθοποιός Sabu, ενσαρκώνει άψογα το νεαρό Στρατηγό που ενώ έρχεται στο μοναστήρι για να μορφωθεί, ξελογιάζεται από τα υπέροχα μάτια της δεκαεπτάχρονης τότε Jean Simmons, που υποδύεται την ντόπια Kanchi, ένα κοριτσόπουλο που αναζητά τα πλούτη και τον έρωτα. Το μακιγιάζ που έχει γίνει στην Simmons είναι εκπληκτικό και αποτελεί ένα ακόμα στοιχείο, από τα πολλά που αναδεικνύουν της τελειότητας της παραγωγής.
Ο David Farrar, επίσης αρκετά καλός στον ρόλο του Βρετανού κυβερνητικού εκπρόσωπου, που αν και λίγο άξεστος και αγενής, εξάπτει την φαντασία των γυναικών της μονής, με την γοητεία του και την εμφάνιση του, με το γυμνασμένο του κορμί, το κοντό σορτάκι και τα τριχωτά του πόδια.
Πολύ καλές είναι και οι ερμηνείες των υπολοίπων αδελφών της μονής, Flora Robson, Jenny Laird και Judith Furse, ενώ η ερμηνεία που ξεχωρίζει απ’ όλες και μένει στη μνήμη του θεατή, είναι της Kathleen Byron, στο ρόλο της αδελφής Ruth. Ο τρόπος που εκδηλώνει τη ζήλεια της απέναντι στην αδελφή Clodagh, η σταδιακή επιδείνωση της σχιζοφρένειάς της και η ριζική μεταμόρφωσή της εντυπωσιάζει. Η σκηνή που βάφει τα χείλη της με το κατακόκκινο κραγιόν μέσα στο ημισκότεινο δωμάτιο και η κλασική πλέον σκηνή της κορύφωσης του δράματος στο καμπαναριό, είναι αριστουργηματικές.


«Ο Μαύρος Νάρκισσος» έκανε πρεμιέρα στους Λονδρέζικους κινηματογράφους, στις 26 Μαΐου του 1947, αποσπώντας ανάμικτες κριτικές, με τους περισσότερους ειδικούς να αναφέρονται με θετικά σχόλια όσον αφορά το καλλιτεχνικό σκέλος της ταινίας.
Στις ΗΠΑ προβλήθηκε στις 13 Αυγούστου της ίδια χρονιάς, με κομμένες τις σκηνές των flashback κατά τις οποίες η αδελφή Clodagh αναπολεί το νεανικό της έρωτα. Αυτό έγινε μετά από εντολή της Καθολικής Λεγεώνας της Ευπρέπειας (Catholic Legion of Decency), μιας οργάνωσης που ιδρύθηκε στις ΗΠΑ το 1933 υπό την επίβλεψη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και είχε σαν σκοπό τον εντοπισμό και την καταπολέμηση ανάρμοστου περιεχομένου, στις κινηματογραφικές ταινίες.
Την βραδιά των Βραβείων Όσκαρ του 1948, η ταινία τιμήθηκε με δύο αγαλματίδια στις κατηγορίες Καλύτερης Έγχρωμης Φωτογραφίας και Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης.
Επίσης για την Φωτογραφία της τιμήθηκε με μία Χρυσή Σφαίρα, ενώ τα μέλη της “New York Film Critics Circle” βράβευσαν για τις εξαιρετικές ερμηνείες τους, την Deborah Kerr και την Kathleen Byron.
Σήμερα η ταινία θεωρείται από πολλούς ένα κλασικό αριστούργημα και βρίσκεται στο Νο 44 της λίστας με της καλύτερες Βρετανικές ταινίες όλων των εποχών.
Στο κινηματογραφικό site “Rotten Tomatoes” έχει βαθμολόγια 8,8/10 με ποσοστό 100% από 25 κριτικούς.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση