Licence to Kill (1989)



Ελληνικός Τίτλος: Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Προσωπική Εκδίκηση
James Bond: Timothy Dalton
Σκηνοθεσία: John Glen
Σενάριο: Michael G. Wilson, Richard Maibaum
Πρωταγωνιστούν: Carey Lowell, Robert Davi, Talisa Soto, Anthony Zerbe
Μουσική: Michael Kamen
Φωτογραφία: Alec Mills
Μοντάζ: John Grover
Χώρα Παραγωγής: Μεγάλη Βρετανία
Διάρκεια: 133 min
Τραγούδι Τίτλων: Gladys Knight


Το «Licence to Kill» που κυκλοφόρησε το 1989, είναι η δέκατη έκτη ταινία της σειράς “James Bond” από την Eon Productions, και η πέμπτη και τελευταία παραγωγή στην οποία την σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο John Glen. Σηματοδοτεί επίσης, την δεύτερη και τελευταία κινηματογραφική ενσάρκωση του Timothy Dalton, στο ρόλο του χαρισματικού πράκτορα.
Είναι η πρώτη ταινία της σειράς που δεν δανείστηκε τον τίτλο κάποιας ιστορίας του Ian Fleming, ενώ το σενάριό της, στου οποίου τη συγγραφή συναντάμε για 13η και τελευταία φορά τον Richard Maibaum, βασίζεται κυρίως σε δύο διηγήματα και μία νουβέλα του Βρετανού συγγραφέα.
Άλλη χαρακτηριστική πρωτιά της ταινίας είναι το γεγονός ότι, κινηματογραφήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Φλόριντα και το Μεξικό, χωρίς να γυριστεί ούτε μια σκηνή της στην Μεγάλη Βρετανία.
Ο Timothy Dalton, δίνοντας μια πολύ καλή ερμηνεία, επαινέθηκε ιδιαίτερα από μεγάλη μερίδα κριτικών και σχολιαστών και χαρακτηρίστηκε σαν ο πιο πιστός στην απεικόνιση “James Bond” σύμφωνα πάντα με τον ήρωα που περιέγραφε ο Flemming στα βιβλία του. Εξ αιτίας όμως αυτού του γεγονότος, ο ταλαντούχος Βρετανός ηθοποιός, δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους φαν των ταινιών του Bond καθώς σε αυτή του την δεύτερη εμφάνιση στον ρόλο του αειθαλή πράκτορα, είναι πιο συναισθηματικός πιο άκαμπτος, χωρίς χιούμορ και σε κάποιες σκηνές ιδιαίτερα βίαιος, θυμίζοντας περισσότερο κάτι σε “action hero” χωρίς να θυμίζει σε τίποτα το στυλ των προκατόχων του Sean Connery και Roger Moore, ένα στυλ που είχε καθιερώσει τον ήρωα στα μάτια και στο μυαλό του κινηματογραφικού κοινού, για σχεδόν τρεις δεκαετίες μέχρι τότε.


Η ιστορία του «Licence to Kill» που διαφέρει αρκετά με αυτές των προηγουμένων ταινιών καθώς το κύριο θέμα της βασίζεται σε μια προσωπική εκδίκηση του ήρωα και όχι σε κάποια ανάθεση αποστολής από την ΜΙ6, ξεκινάει με τον Bond να παραβρίσκεται σε αμερικανικό έδαφος, ως κουμπάρος στον γάμο του αγαπημένου φίλου του, πράκτορα της CIA, Felix Leiter (David Hedison) -ένας χαρακτήρας που μέχρι και σήμερα έχει κάνει την εμφάνισή του σε αρκετές από τις ταινίες της σειράς.
Λίγο πριν τον γάμο, οι δύο φίλοι με την βοήθεια της DEA, της Αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών, κατορθώνουν με εντυπωσιακό τρόπο να συλλάβουν τον Franz Sanchez (Robert Davi) έναν Λατινοαμερικάνο μεγαλέμπορο ναρκωτικών.
Όταν η τελετή του γάμου ολοκληρώνεται, ο Bond αποχαιρετά τον φίλο του και την σύζυγό του Della (Priscilla Barnes) και ετοιμάζεται να αναχωρήσει για την πατρίδα του την Μεγάλη Βρετανία, όπου και επρόκειτο να λάβει εντολές για την επόμενή του αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως φτάνει στο αεροδρόμιο, πληροφορείται εντελώς συμπτωματικά, ότι ο Sanchez έχει αποδράσει. Επιστρέφοντας εσπευσμένα στο σπίτι των νεόνυμφων, ανακαλύπτει την γυναίκα του Felix νεκρή, και τον φίλο του ακρωτηριασμένο από τα σαγόνια ενός καρχαρία.
Ορκιζόμενος εκδίκηση, με την βοήθεια του Sharkey (Frank McRae) ενός φίλου του Felix, ξεκινάει έρευνα προκειμένου να ανακαλύψει τι συμβαίνει. Έτσι οι δυο τους οδηγούνται σε ένα θαλάσσιο ερευνητικό κέντρο το οποίο διευθύνεται από τον Milton Krest (Anthony Zerbe) έναν στενό συνεργάτη του Sanchez.
Στην αναζήτηση της εκδίκησης, ο οργισμένος Bond, θα έχει επίσης στο πλευρό του την Lupe Lamora (Talisa Soto) μια δυσαρεστημένη ερωμένη του Sanchez, την Pam Bouvier (Carey Lowell) μια γοητευτικότατη πρώην πράκτορα της CIA, και τον Q (Desmond Llewelyn) ο οποίος παρά το γεγονός ότι ο Μ (Robert Brown) θα ανακαλέσει την άδεια που έχει ο Bond για να σκοτώνει, θα τον βοηθήσει να βρει τον Sanchez, προμηθεύοντάς τον κρυφά με εξοπλισμό...


Αν κι αυτή τη φορά ο Βρετανός κατάσκοπος δρα με στόχο την εκδίκηση για λογαριασμό του, χωρίς να υπηρετεί κανένα συμφέρον της πατρίδα του, η ταινία δεν διαφέρει και πολύ από τις υπόλοιπες της σειράς. Οι θεαματικές σκηνές δράσης είναι αρκετές, “οι κακοί” είναι άψογοι και πείθουν, ενώ εντυπωσιακές, με έντονη προσωπικότητα, είναι και οι δυο γυναίκες ηθοποιοί που πλαισιώνουν τον ήρωα και για πολλούς θεωρούνται από τα καλύτερα Bond Girls όλων των εποχών, η Carey Lowell και η Talisa Soto.
Τους βασικούς “κακούς“ υποδύονται ο εξαιρετικός Robert Davi, ο πολύ καλός Anthony Zerbe και ο υπέροχος, νεοεμφανίζομενος τότε, Benicio Del Toro, στον ρόλο του πρωτοπαλίκαρου του Sanchez.
Το «Licence to Kill» αποτελεί την τελευταία ταινία Bond για τους ηθοποιούς Robert Brown ως Μ και της Caroline Bliss ως Moneypenny, καθώς και την τελευταία για τον Albert R. Broccoli, στην  θέση του παραγωγού.
Το τραγούδι των τίτλων, ερμηνευμένο από την εξαίσια φωνή της έγχρωμης Gladys Knight, είναι ένα από τα πιο αξιόλογα της σειράς, και συνδυάζει με όμορφο τρόπο το ερωτικό άρωμα των “pop ballads” της εποχής με το μουσικό θέμα του 007.
Η ταινία, με κόστος παραγωγής τα 32 εκατομμύρια δολάρια, εισέπραξε πάνω από 156.000.000 παγκοσμίως, κάνοντας πρεμιέρα στις 13 Ιουνίου του 1989 στο Λονδίνο.
Μετά την κυκλοφορία της, μια σειρά νομικών αντιπαραθέσεων που διήρκησαν μέχρι το 1994 και σχετίζονταν με την συνέχεια της σειράς και την κυριότητα του franchise, ανάγκασαν τον Timothy Dalton που είχε συμβόλαιο για τα γυρίσματα τριών ταινιών, να παραιτηθεί από τον ρόλο του Βρετανού πράκτορα.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση