The Man with the Golden Gun (1974)



Ελληνικός Τίτλος: Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι
James Bond: Roger Moore
Σκηνοθεσία: Guy Hamilton
Σενάριο: Richard Maibaum, Tom Mankiewicz
Πρωταγωνιστούν: Christopher Lee, Britt Ekland, Maud Adams, Herve Villechaize, Clifton James
Μουσική: John Barry
Φωτογραφία: Ted Moore, Oswald Morris
Μοντάζ: Raymond Poulton, John Shirley
Χώρα Παραγωγής: Μεγάλη Βρετανία
Διάρκεια: 125 min
Τραγούδι Τίτλων: Lulu


Μια χρυσή σφαίρα με χαραγμένο τον αριθμό "007" στην επιφάνειά της φτάνει στα γραφεία της MI6. Οι υπεύθυνοι της υπηρεσίας πιστεύουν ότι απεστάλη από τον φημισμένο επαγγελματία δολοφόνο Francisco Scaramanga (Christopher Lee) ο οποίος, είναι εκπαιδευμένος από την KGB, δεν τον έχει δει ποτέ κανείς, και χρησιμοποιεί πάντα ένα χρυσό πιστόλι. Λόγω της σοβαρής επικείμενης απειλής της ζωής του πράκτορα James Bond, ο επικεφαλής της υπηρεσίας M (Bernard Lee) απαλλάσσει προσωρινά τον πράκτορα από τα καθήκοντά του και τον αναγκάζει να απεμπλακεί από την αποστολή του που σχετίζεται με το έργο ενός επιστήμονα που ονομάζεται Gibson, και έχει στην κατοχή του μια συσκευή ζωτικής σημασίας επονομαζόμενη “Solex” η οποία αποτελεί τη λύση στο πρόβλημα της ενεργειακής κρίσης, αφού με πολύ απλό τρόπο μετατρέπει την ηλιακή ακτινοβολία σε ισχυρή ηλεκτρική ενέργεια.
Ο Bond, ανεπίσημα πια, αποφασίζει να βρει τον Scaramanga και ταξιδεύει στην Βηρυτό και από κει στο Μακάο όπου και γνωρίζει την ερωμένη τού δολοφόνου, Andrea Anders (Maud Adams). Αποσπώντας της κάποιες πληροφορίες βρίσκεται στα ίχνη του Scaramanga και εντελώς συμπτωματικά γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας του επιστήμονα Gibson. Οι υπεύθυνοι της ΜΙ6 αναλαμβάνουν να ερευνήσουν την υπόθεση καθώς, την δολοφονία του επιστήμονα ακολουθεί η κλοπή του “Solex” και είναι πεπεισμένοι ότι πίσω απ’ όλα αυτά κρύβεται ο Scaramanga. Έτσι λοιπόν ο James Bond, επιστρέφει ξανά στα καθήκοντα του με αποστολή να βρει τον δολοφόνο και να ανακτήσει την κλεμμένη συσκευή. Στο πλευρό του ως βοηθό έχει την Goodnight (Britt Ekland), μια γοητευτική Βρετανίδα συνάδελφό του...


Πρόκειται για την ένατη ταινία της σειράς “James Bond” από την εταιρία παραγωγής ΕΟΝ, η δεύτερη με πρωταγωνιστή τον Roger Moore στον ρόλο του φανταστικού πράκτορα, και η τέταρτη και τελευταία σε σκηνοθεσία Guy Hamilton.
Το σενάριό της, που γράφτηκε από τον Richard Maibaum και Tom Mankiewicz, αποτελεί μια χαλαρή προσαρμογή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ian Fleming που κυκλοφόρησε την 1η Απριλίου του 1965, οκτώ μήνες μετά τον θάνατο του Βρετανού συγγραφέα.
Ο Roger Moore, που επιστρέφει μετά το «Live and Let Die» του 1973, τα πάει περίφημα δίνοντας μια από τις καλύτερες ερμηνείες του ως Bond. Στην αντίπερα όχθη, ο μοναδικός Christopher Lee στον ρόλο του κακού Scaramanga, ερμηνεύοντας τον ρόλο του με ένα ιδιαίτερο στυλ, μένει στην ιστορία σαν ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς κακούς της σειράς, η δε σκηνή της μονομαχίας των δύο ηρώων, θεωρείται κλασική. Αξιοπρόσεκτη επίσης, είναι και η ερμηνεία του βραχύσωμου ηθοποιού Herve Villechaize, στον ρόλο του πιστού υπηρέτη-συνεργάτη του Scaramanga, Nick Nack.
Στους γυναικείους ρόλους συναντάμε δύο Σουηδέζες ηθοποιούς, την Britt Ekland ως Αγγλίδα πράκτορας Mary Goodnight η οποία είναι αρκετά όμορφη αλλά δεν πείθει και πολύ, σε αντίθεση με την εντυπωσιακή Maud Adams που ερμηνεύει την ερωμένη του Scaramanga. Η Maud Adams, κάνει και πάλι την εμφάνισή της 9 χρόνια αργότερα ως Bond Girl στο «Octopussy».
Μ, Q και Moneypenny, για άλλη μια φορά οι Bernard Lee, Desmond Llewelyn και Lois Maxwell αντίστοιχα.


Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην Ταϊλάνδη, στο Χονγκ Κονγκ, στο Μακάο και στα στούντιο του Λονδίνου.
Την μουσική έγραψε και πάλι ο John Barry, ενώ το τραγούδι τον τίτλων ερμηνεύει η Σκοτσέζα τραγουδίστρια Lulu (Lulu Kennedy-Cairns).
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 19 Δεκεμβρίου του 1974 στο Λονδίνο, αποσπώντας ανάμικτες κριτικές. Αν και πρόκειται για μια “αυθεντική” περιπέτεια Bond, με άφθονη και εντυπωσιακή δράση, αρκετές σκηνές αγωνίας και όλα τα λοιπά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις ταινίες της σειράς, εμπορικά δεν σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία εισπράττοντας συνολικά 98.500.000 δολάρια. Φυσικά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μη κερδοφόρα, αφού το κόστος παραγωγής της δεν ξεπέρασε τα 13 εκατομμύρια δολάρια.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση