The Defiant Ones (1958)



Ελληνικός Τίτλος: Όταν σπάσαμε τις αλυσίδες
Κατηγορία: Περιπέτεια, Δράμα, Έγκλημα
Σκηνοθεσία: Stanley Kramer
Σενάριο: Nedrick Young, Harold Jacob Smith
Πρωταγωνιστούν: Tony Curtis, Sidney Poitier, Theodore Bikel, Charles McGraw
Μουσική: Ernest Gold
Φωτογραφία: Sam Leavitt
Μοντάζ: Frederic Knudtson
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 96 min


Μια νύχτα, στην Αμερική της δεκαετίας του ’50, ένα φορτηγό της αστυνομίας κινείται σε μια ερημική περιοχή μεταφέροντας κάποιους κρατούμενους. Οι κρατούμενοι βρίσκονται στην καρότσα του φορτηγού αλυσοδεμένοι ανά ζευγάρια.
Καθώς το φορτηγό κινείται σε έναν επικίνδυνο δρόμο, ο οδηγός του, στην προσπάθειά του να αποφύγει την σύγκρουση με ένα διερχόμενο όχημα, ρίχνει το αυτοκίνητο στον γκρεμό. Μετά από λίγο καταφτάνουν στον τόπο του δυστυχήματος, ο σερίφης της περιοχής με τους βοηθούς του και μια ομάδα διασωστών. Ξεκαθαρίζοντας τα συντρίμμια του ντεραπαρισμένου οχήματος και βοηθώντας τους τραυματίες, τα μέλη της ομάδας διάσωσης ανακαλύπτουν ότι δύο εκ των κρατουμένων απουσιάζουν. Οι δραπέτες είναι ο λευκός John "Joker" Jackson (Tony Curtis) και ο νέγρος Noah Cullen (Sidney Poitier) δύο αταίριαστοι κρατούμενοι τους οποίους είχε αλυσοδέσει μαζί ένας φύλακας, που διέθετε "ανεπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ". Οι αστυνομικοί που παρευρίσκονται αστειεύονται και χαριτολογούνε με την εικόνα των δύο δραπετών λέγοντας χαρακτηριστικά πως "οι δύο άνδρες θα έχουν αλληλοσκοτωθεί προτού προλάβουν να διανύσουν τα πρώτα πέντε μίλια".
Το επόμενο πρωί μια πολυάριθμη ομάδα αστυνομικών και αρκετοί εθελοντές πολίτες, με την βοήθεια εκπαιδευμένων κυνηγόσκυλων, ξεκινάνε προς την αναζήτηση των δύο αλυσοδεμένων ανδρών.
Οι δύο δραπέτες, παρά την απέχθεια που νιώθει ο ένας για τον άλλον, κι έχοντας κερδίσει όλη τη νύχτα σημαντικό προβάδισμα σε σχέση με τους διώκτες τους, σταδιακά αναγκάζονται να συνεργαστούν προκειμένου να επιβιώσουν. Ταυτόχρονα οι καταστάσεις, αλλά και η αλυσίδα που τους ενώνει, τους δημιουργούν ένα αίσθημα συντροφικότητας και αλληλοσεβασμού. Εν τω μεταξύ οι διώκτες τους, όλο και τους πλησιάζουν...


Μια δραματική ταινία του 1958 που ασχολείται έμμεσα με το ρατσισμό, προσφέροντας στον θεατή σασπένς και σκηνές έντονης φόρτισης.
Ο σκηνοθέτης Stanley Kramer, στηρίζεται στο αρκετά έξυπνο σενάριο και στις μεγάλες υποκριτικές ικανότητες των δύο πρωταγωνιστών του, και κινηματογραφεί μια ταινία που μπορεί στις μέρες μας πλέον να μην δημιουργεί ιδιαίτερη εντύπωση, στον καιρό της όμως είχε τεράστια απήχηση, καθώς το βασικό της θέμα είναι ο φυλετικός ρατσισμός, σε μια εποχή που τα πράγματα στην αμερικανική κοινωνία πάνω σ’ αυτό το θέμα δεν είχαν ακόμα ξεκαθαρίσει και οι απόψεις των περισσοτέρων ήταν συγκεχυμένες.
Η σκηνοθεσία κινείται σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα με πολύ καλή σκιαγράφηση των χαρακτήρων, σκηνές δράσης και συγκίνησης. Κι αν το αναπόφευκτα “άσχημο” τέλος είναι αναμενόμενο και λίγο απότομο, όπως αναφέρουν αρκετοί σχολιαστές, δεν παύει να αποφέρει συγκίνηση και να περικλείει δίχως πολλά λόγια όλα αυτά που ήθελαν να εξωτερικεύσουν οι σεναριογράφοι και ο σκηνοθέτης της ταινίας.


Ο Tony Curtis και ο Sidney Poitier υποστηρίζουν τους ρόλους τους με εκπληκτικό τρόπο, κερδίζοντας την συμπάθεια και την εκτίμηση του θεατή από το πρώτο κιόλας λεπτό. Ο δυναμισμός τους και η αρχικά μεγάλη διαφορετικότητα τους είναι τα κύρια στοιχεία που τους χαρακτηρίζουν, ενώ η κοινή τους ανάγκη για επιβίωση και ελευθερία, τους κάνει να παραμερίσουν την εριστικότητά τους και την μισαλλοδοξία τους και να δείξουν ο ένας στον άλλο αλληλοεκτίμηση και τον απαραίτητο σεβασμό.
Αντίθετους χαρακτήρες με πολύ καλές ερμηνείες συναντάμε και στους δεύτερους ρόλους της ταινίας, κατά πρώτον του ανθρώπινου και ορθά σκεπτόμενου τοπικού σερίφη (Theodore Bikel) και κατά δεύτερον, του επιπόλαιου και αρκετά κυνικού αρχηγού της αστυνομίας (Charles McGraw) που εκπροσωπεί το νόμο από την πλευρά του κράτους. Και οι δυο τους παρά το εντελώς αντίθετο του χαρακτήρα τους και κατ’ επέκταση του τρόπου σκέψης τους, είναι αναγκασμένοι να συνεργαστούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν την δύσκολη γι' αυτούς κατάσταση που προέκυψε με την απόδραση των δύο κρατουμένων.


Το «The Defiant Ones» (“Οι προκλητικοί” ή “Οι ανυπάκουοι” όπως μεταφράζεται ελεύθερα στην γλώσσα μας - ενώ ο ελληνικός τίτλος “Όταν σπάσαμε τις αλυσίδες“ είναι αρκετά πιο εύστοχος) έκανε πρεμιέρα στην Νέα Υόρκη στις 24 Σεπτεμβρίου του 1958, αποκομίζοντας εξαίρετες κριτικές και σημειώνοντας εισπρακτική επιτυχία.
Την βραδιά της 6 Απριλίου του 1959, στην 31η απονομή των Βραβείων Όσκαρ, η ταινία βρέθηκε με εννέα υποψηφιότητες στις κατηγορίες: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Πρωτότυπου Σεναρίου,  Ά Ανδρικού Ρόλου (Tony Curtis, Sidney Poitier), Β’ Ανδρικού Ρόλου (Theodore Bikel), Β’ Γυναικείου Ρόλου (Cara Williams), Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας και Μοντάζ. Κατάφερε και κέρδισε μόνο δύο βραβεία, αυτά της Καλύτερης Φωτογραφίας και του Σεναρίου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Sidney Poitier για αυτή του την ερμηνεία, υπήρξε ο πρώτος άνδρας έγχρωμος ηθοποιός, ο οποίος βρέθηκε προτεινόμενος για Βραβείο Όσκαρ, ενώ τιμήθηκε από την Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου με ένα Βραβείο BAFTA, και με μία Ασημένια Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Επίσης η ταινία, μεταξύ άλλων μικρότερων διακρίσεων, τιμήθηκε και με μία Χρυσή Σφαίρα.
Μπορεί σήμερα το «The Defiant Ones» να μην συγκαταλέγεται στα Αριστουργήματα της 7ης Τέχνης, είναι όμως αναμφισβήτητα μία κλασική ταινία, από τις καλύτερες της δεκαετίας του ’50, και αποτελεί μια πολύ καλή και σοβαρή επιλογή θέασης, για κάθε είδους κινηματογραφόφιλο.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση