Kumonosu-ju (1957)



Αγγλικός Τίτλος: Throne of Blood
Ελληνικός Τίτλος: Ο Θρόνος του Αίματος
Κατηγορία: Δράμα
Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa
Σενάριο: Hideo Oguni, Shinobu Hashimoto, Akira Kurosawa
Πρωταγωνιστούν: Toshiro Mifune, Isuzu Yamada, Takashi Shimura, Minoru Chiaki
Μουσική: Masaru Sato
Φωτογραφία: Asakazu Nakai
Μοντάζ: Akira Kurosawa
Χώρα Παραγωγής: Ιαπωνία
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 110 min


Στην Ιαπωνία του 16ου αιώνα, ένας αγγελιοφόρος επιστρέφει στο κάστρο του για να φέρει νέα από το πεδίο της μάχης. Κι ενώ αρχικά τα νέα είναι άσχημα και φαίνεται ότι όλα έχουν χαθεί, τα αμέσως επόμενα νέα μιλάνε για τους πολέμαρχους διοικητές Taketoki Washizu (Toshiro Mifune) και Yoshiteru Miki (Minoru Chiaki) που με ηρωικό τρόπο κατάφεραν και εξασφάλισαν τη νίκη έναντι των εχθρών.
Οι δυο άνδρες καθώς επιστρέφουν στο κάστρο από το πεδίο της μάχης, χάνονται στο “δάσος του ιστού της αράχνης”. Εκεί συναντούν ένα κακό πνεύμα που λέει στον Washizu ότι σύντομα θα γίνει ο αφέντης κάποιου κάστρου, αλλά δεν θα προλάβει να βασιλεύσει για μεγάλο διάστημα γιατί ο γιος του Miki θα πάρει τη θέση του. Οι δυο άνδρες αρχικά χλευάζουν τα προφητικά λόγια του πνεύματος αλλά στην συνέχεια ο Washizu, υποκινούμενος από την σατανική σύζυγό του και κυριευμένος από αισθήματα απληστίας και κακίας, αποφασίζει να πράξει με τρόπο τέτοιο ώστε τα λόγια του πνεύματος να βγουν αληθινά και ο ίδιος να γίνει κύριος και άρχοντας του μεγάλου κάστρου, χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι με τις αποτρόπαιες πράξεις του οδηγείται στην αυτοκαταστροφή...


Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο λογοτεχνικό έργο του Βρετανού συγγραφέα Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Μάκβεθ» και αποτελεί την πρώτη προσαρμογή Σαιξπηρικού έργου στην φιλμογραφία του Kurosawa, πριν το «The Bad Sleep Well» (1960) που βασίζεται στον «Άμλετ» και το Ran (1985) που βασίζεται στο «Βασιλιάς Ληρ».
Ο αξεπέραστος Ιάπωνας σκηνοθέτης, μεταφέρει παραλλαγμένη την ιστορία του Μάκβεθ στην φεουδαρχική Ιαπωνία του 16ου αιώνα, μια εποχή που η χώρα μαστιζόταν από δολοπλοκίες, ίντριγκες και εμφυλίους πολέμους.
Εισάγοντας στοιχεία από το παραδοσιακό γιαπωνέζικο θέατρο “Noh” (το κλασικό ιαπωνικό θέατρο, το οποίο συνδυάζει στοιχεία χορού, δράματος, μουσικής και ποίησης , με μία υψηλή αισθητική) και δημιουργώντας μία άκρως μουντή και πνιγηρή ατμόσφαιρα, ο Kurosawa καταφέρνει και μεταδίδει με εξαιρετικό τρόπο στον θεατή, τα ολέθρια αποτελέσματα της απληστίας και της δίψας για πλούτο και δύναμη που διακατέχουν σε αρκετές περιπτώσεις την ανθρώπινη ψυχή. Οι εικαστικά τέλειες και σε αρκετές περιπτώσεις τραγικές εικόνες του «Throne of Blood» μεταδίδουν συνεχώς την αίσθηση της “κακιάς μοίρας” που συνοδεύει τους ήρωες. Άλλωστε η ταινία, από τα πρώτα κιόλας πλάνα της, μέσω μιας χορωδιακής αφήγησης και την εικόνα ενός άκρως γυμνού και ομιχλώδους τοπίου, ενημερώνει τον αδαή θεατή για το τι πρόκειται να επακολουθήσει.


Ο Toshiro Mifune, στον ρόλο του Taketoki Washizu, του σκληρού και αδίστακτου πολέμαρχου που διψάει για δόξα και εξουσία και ταυτόχρονα πνίγεται από τις τύψεις και τα φαντάσματα των ενοχών του, είναι για άλλη μια φορά εκπληκτικός. Η ερμηνεία του στο «Throne of Blood» είναι μία από τις καλύτερές του στην πορεία της μεγάλης του καριέρας, με αποκορύφωμα την τελική σκηνή κατά την οποία δέχεται τα πυρά από εκατοντάδες βέλη· μία σκηνή που θεωρείται από πολλούς σχολιαστές, ένα από τα συγκλονιστικότερα φινάλε στην ιστορία της 7ης τέχνης. Αναφέρεται ότι, στην συγκεκριμένη σκηνή χρησιμοποιήθηκαν αληθινά βέλη που εκτοξεύονταν από επαγγελματίες τοξοβόλους, προκειμένου ο φόβος και οι εκφράσεις που αποτυπώνονται στο πρόσωπο του ήρωα, να είναι όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικές.
Άξια αναφοράς είναι και η ερμηνεία της Isuzu Yamada, στον ρόλο της σατανικής και δολοπλόκου συζύγου του Washizu. Η ηθοποιός εμφανίζεται σε όλες τις σκηνές πολύ έντονα μακιγιαρισμένη, οι κινήσεις της είναι εξαιρετικά αργές και ο τόνος της φωνής της, επίσης αργός και χαμηλός, αποπνέει κάτι το εντελώς στοιχειωτικό.


Τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας έγιναν υπό πολύ αντίξοες καταστάσεις, κάτω από πραγματικές συνθήκες ομίχλης και ανέμου, σε μεγάλο υψόμετρο στα ηφαιστειογενή εδάφη του όρους Φίτζι, προκειμένου να δημιουργηθεί η προβλεπόμενη από τον σκηνοθέτη ατμόσφαιρα. Όσο για τα εκπληκτικά πλάνα μέσα στο δάσος, αυτά σίγουρα αξίζουν ειδικής μνείας.
Το «Kumonosu-ju» (σε ελεύθερη μετάφραση «Το Κάστρο του Ιστού της Αράχνης») έκανε πρεμιέρα στις αίθουσες του Τόκυο στις 15 Ιανουαρίου του 1957, αποκομίζοντας εξαιρετικές κριτικές όχι μόνο από τους Ιάπωνες κριτικούς αλλά και από τους κριτικούς του Δυτικού Κόσμου που είδαν την ταινία.
Σήμερα, 60 χρόνια σχεδόν μετά την δημιουργία της, η ταινία παραμένει ένα ορόσημο της κινηματογραφικής τέχνης, αποτελεί ίσως την καλύτερη Σαιξπηρική προσαρμογή που διαπράχθηκε ποτέ στην μεγάλη οθόνη ενώ επιπλέον, διακατέχεται από μια ιδιαίτερα ιαπωνική ευαισθησία δίνοντας εξαιρετικά δείγματα της φιλοσοφίας και την κουλτούρας που επικρατούσε την εποχή του φεουδαρχισμού στην Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση