La Dolce Vita (1960)



Αγγλικός Τίτλος: Dolce Vita
Ελληνικός Τίτλος: Γλυκιά Ζωή
Κατηγορία: Δράμα, Κωμωδία
Σκηνοθεσία: Federico Fellini
Σενάριο: Federico Fellini, Ennio Flaiano, Tullio Pinelli
Πρωταγωνιστούν: Marcello Mastroianni, Anita Ekberg, Anouk Aimée, Alain Cuny, Yvonne Furneaux, Annibale Ninchi
Μουσική: Νino Rota
Φωτογραφία: Otello Martelli
Μοντάζ: Leo Cattozzo
Χώρα Παραγωγής: Ιταλία - Γαλλία
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 180 min


Η ταινία μας αφηγείται επτά μέρες (και νύχτες) από την ζωή του Marcello Rubini (Marcello Mastroianni), ενός γνωστού Ιταλού δημοσιογράφου μιας σκανδαλοθηρικής εφημερίδας, στην μεταπολεμική Ρώμη της δεκαετίας του ’50. Ο Marcello επιδίδεται στην κάλυψη κοινωνικών θεμάτων, παρακολουθώντας από κοντά κινηματογραφικούς αστέρες και καταγράφοντας τα σκάνδαλα επώνυμων συμπολιτών του.
Κινούμενος διαρκώς ανάμεσα σε σταρ, νεόπλουτους, ομοφυλόφιλους, μοντέλα και γενικότερα με ανθρώπους της “υψηλής κοινωνίας” ο γοητευτικός ρεπόρτερ ζει μια έντονη ζωή που την χαρακτηρίζουν τα ξενύχτια, οι κραιπάλες και η ματαιότητα. Ανάμεσα σε όλα αυτά ο ήρωας ψάχνει να βρει το πραγματικό νόημα της ζωής, χωρίς όμως να τα καταφέρνει ιδιαίτερα...


Κατά τη διάρκεια αυτών των επτά ημερών, ο κινηματογραφικός φακός του Federico Fellini, καταγράφει και μας μεταφέρει με εξαιρετικό τρόπο, διάφορα περιστατικά που αναδεικνύουν την υποκρισία, τη μοναξιά, τον κοινωνικό εκφυλισμό, την παρακμή, την διαφθορά και την σήψη της σύγχρονης κοινωνίας μας, μέσα από μια διαφορετική ματιά που σφύζει από  συμβολισμούς και δεν διστάζει να κάνει με έμμεσο τρόπο, καυστικά σχόλια για την Ρωμαϊκή ιστορία και για την Καθολική Εκκλησία. Τα σημαντικότερα από αυτά τα περιστατικά, με την σειρά που παρουσιάζονται στην ταινία είναι:
Η εναρκτήρια σκηνή με το άγαλμα του Ιησού Χριστού κρεμασμένο από ένα ελικόπτερο να πετάει πάνω από την Ρώμη σα να την ευλογεί· η ερωτική συνεύρεση του Marcello στο κρεβάτι μιας άγνωστης πόρνης με την Maddalena (Anouk Aimée) μια όμορφη και εύπορη αριστοκράτισσα· η απόπειρα αυτοκτονίας λόγω παθολογικής ζήλειας της μόνιμης συντρόφου του, της Emma (Yvonne Furneaux) μιας απλής κοπέλας που δεν έχει καμιά σχέση με τον κύκλο των συναναστροφών του αγαπημένου της· το φλερτ με την Sylvia (Anita Ekberg) μια πανέμορφη ντίβα του παγκόσμιου κινηματογράφου, που καταλήγει με την περίφημη σκηνή του νυχτερινού μπάνιου στη Φοντάνα ντι Τρέβι· η δημοσιογραφική κάλυψη ενός μάλλον αναληθούς περιστατικού κατά το οποίο δύο παιδιά σε μια φτωχογειτονιά της Ρώμης είδαν την Παναγία· η συνάντηση με τον πατέρα του (Annibale Ninchi) και η νυχτερινή τους έξοδος· και τέλος, η αποτρόπαια πράξη του φίλου του συγγραφέα Steiner (Alain Cuny) που αυτοκτονεί αφού πρώτα σκοτώσει τα δυο παιδιά του, γεγονός που προβληματίζει έντονα τον Marcello και τον ωθεί σε ένα δυνατό μεθύσι και στην συμμετοχή του σε ένα πάρτι οργίων στο σπίτι ενός πλούσιου φίλου του. Η σκηνή του τέλους, άκρως αινιγματική, βρίσκει τους συμμετέχοντες στο πάρτι άυπνους και κουρασμένους να παρατηρούν το κουφάρι ενός τεράστιου σαλαχιού πιασμένο στα δίχτυα κάποιων ψαράδων και τον Marcello, χαμένο στον κόσμο του και στις σκέψεις του να βλέπει το νεκρό κήτος και να χαιρετάει από μακριά μια γλυκιά νεαρή γκαρσόνα που είχε γνωρίσει την προηγούμενη μέρα σε ένα παραλιακό ταβερνάκι. Το όμορφο χαμόγελο του αθώου κοριτσιού υποδηλώνει σαφέστατα μια ελπίδα για το μέλλον.


Το «La Dolce Vita» θεωρείται το πρώτο μεγάλο αριστούργημα του Federico Fellini και αποτέλεσε ένα βαρυσήμαντο γεγονός στην εποχή της, καθιερώνοντας τον δημιουργό της στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα.
Υπήρξε η πρώτη ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη που ξέφυγε από τα πλαίσια του Ιταλικού νεορεαλισμού και αποτελεί την απαρχή για τις επόμενες υπερρεαλιστικές και σουρεαλιστικές του δημιουργίες καθώς, προφανής ιστορία δεν υπάρχει αλλά αποτελείται από μια σειρά αυτοτελή -κατά κάποιο τρόπο επεισόδια- που έχουν σαν κοινό στοιχείο την παρουσία του Marcello, ο οποίος στο τέλος κάθε ιστορίας βρίσκεται να είναι μόνος του και να περιφέρεται άσκοπα σε έναν περίεργο κόσμο, στον οποίο ψάχνει να βρει τη δικιά του θέση.
Η ταινία καθρεφτίζει άφοβα την Ιταλική κοινωνία και τα ήθη της, ξεσηκώνοντας και προκαλώντας, ξεγυμνώνοντας και εκμηδενίζοντας στην κυριολεξία την αριστοκρατία και τις συνήθειές της. Καθιερώνει με τον τίτλο της (όχι μόνο στην ελληνική γλώσσα, αλλά και σε πολλές άλλες) τον όρο «Dolce Vita» που γίνεται συνώνυμο με την έντονη νυχτερινή και την φιλήδονη, ανέμελη ζωή· ότι δηλαδή έκανε ο ήρωας του Fellini. Επίσης, ο όρος «παπαράτσι» που κι αυτός έχει γίνει σχεδόν διεθνής, και σημαίνει τον απανταχού απρόσκλητο, αδιάκριτο και ενοχλητικό δημοσιογράφο, οφείλει την ύπαρξή της στην εν λόγω ταινία, από το όνομα του δημοσιογράφου και φίλο του ήρωα, Paparazzo (Walter Santesso).


Πέρα από το εντελώς πρωτότυπο σενάριο και την εξαιρετική σκηνοθεσία του Federico Fellini, με τα απίστευτης ομορφιάς πλάνα γυρισμένα σε επιλεγμένα σημεία της Ρώμης, η έντονη φωτογραφία του Otello Martelli, το γρήγορο μοντάζ του Leo Cattozzo, τα υπέροχα κοστούμια, και η για άλλη μια φορά καταπληκτική μουσική επένδυση του Nino Rota, συνθέτουν ένα μοναδικό κινηματογραφικό αριστούργημα.
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ο υπέροχος, γοητευτικός κι απέριττος Marcello Mastroianni, η Σουηδέζα “Σύμβολο του Σεξ” της εποχής Anita Ekberg, η εκπληκτική Anouk Aimee, ο πολύ καλός Alain Cuny στον ρόλο του στοχαστή Steiner, η Yvonne Furneaux στον ρόλο της ζηλιάρας Emma, ο Annibale Ninchi, η Magali Noel, καθώς και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες, είναι εξαιρετικοί.


Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στους κινηματογράφους της Ρώμης, στις 5 Φεβρουαρίου του 1960 σημειώνοντας μεγάλη εμπορική επιτυχία. Έγινε η αφορμή για πλήθος μελετών, σχολιασμών και κριτικών, από ειδικούς του χώρου και μη, οι οποίοι έδιναν ο καθένας την δικιά του ερμηνεία στην ταινία. Τα σχόλιά τους ανά περίπτωση ήταν είτε θετικά είτε αρνητικά.
Το «La Dolce Vita» κατακρίθηκε έντονα από την Καθολική Εκκλησία για την εναρκτήρια σκηνή της με το περιφερόμενο άγαλμα του Ιησού Χριστού και χαρακτηρίστηκε ως μια παρωδία της Δευτέρας Παρουσίας. Επίσης υπέστη έντονη λογοκρισία και για αρκετές από τις υπόλοιπες σκηνές της, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ισπανία ήταν απαγορευμένη μέχρι το 1975 και η προβολή της επιτράπηκε μόνο μετά τον θάνατο του Φράνκο.
Βραβεύτηκε μεταξύ άλλων, με το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ των Καννών 1960, στα Βραβεία BAFTA το 1961 και από την Ένωση Κριτικών Νέας Υόρκης την ίδια χρονιά. Το 1962 τιμήθηκε με ένα Βραβείο Όσκαρ για τα κοστούμια της ενώ, στον ίδιο διαγωνισμό ήταν υποψήφια και στις κατηγορίες Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Σκηνοθεσίας, και Καλύτερου σεναρίου.
Σήμερα η ταινία θεωρείται κλασική και διαχρονικότατη, ενώ από πολλούς ως μία από τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών και η καλύτερη ταινία στην ιστορία του Ιταλικού κινηματογράφου.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση